Μια εποχή (την οποία θυμάμαι αμυδρά) ο πατέρας μου είχε ένα μικρό μαγαζάκι κοντά στην Αχαρνών στο οποίο έφτιαχνε έπιπλα. Ημι-υπόγειο, με κάτι τεράστια λευκά σκαλοπάτια που μύριζαν χλωρίνη που έμεινε στη μνήμη.
Και μέσα, η μυρωδιά του ξύλου, του βερνικιού, τα βουνά από ροκανίδια και οι φίλοι από τα διπλανά μαγαζιά που περνούσαν και έπιναν «πράσινες» και μιλούσαν για τις εκδρομές του Σαββατοκύριακου: Οι τυπικοί 40άριδες, στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ανεμελιά και την ωριμότητα.
Στο πίσω μέρος είχε κάτι σαν μπανιέρα, «βούτα» την έλεγε, στην οποία βύθιζε τα ξύλα. Και στην επιφάνεια ένα καραβάκι μου με το οποίο «ταξίδευα» από τη μια άκρη της «βούτας» στην άλλη, κάνοντας όλους εκείνους τους (γνωστούς-παιδικούς) ήχους.
Στη φυγή και στο όνειρο και στον άλλο πλανήτη από τότε. Καμία αλλαγή.
-
Ήταν εποχή που οι άνθρωποι χαμογελούσαν και σε ήξεραν και σε πρόσεχαν και μοιράζονταν την καθημερινή τους πάλη. Παράλληλα, η εποχή της ρεμούλας, των διακοπών του ενός μήνα, που έμπαινα στη θάλασσα το πρωί και έβγαινα το βράδυ. Η εποχή που κάποιοι κάπνιζαν μέσα στο ΚΤΕΛ, και στις εκλογές κουνούσαν σημαίες έξω από τα παράθυρα (που άνοιγαν) και έβγαιναν στους δρόμους να διαδηλώσουν για το πιο αστείο πράγμα, για μισό νόμο, για ένα δελτίο τύπου. Με παντελόνια καμπάνες, μαλλιά αφάνα, μουστάκια και 5 κουμπιά ανοιχτά στο πουκάμισο.
-
Και πάνω από μια εικοσαετία μετά, κάθομαι απέναντι από τους επισήμους. Δίπλα σε ένα πανό που ζητούσε τα αυτονόητα. Και κοιτούσα αυτούς τους ανθρώπους, κάποιοι όχι πολύ μεγαλύτεροι από μένα, που «πέρασαν» από το ΤΕΙ ως ωρομίσθιοι και τώρα έστεκαν εκεί με τα κουστούμια και τα γυαλισμένα παπούτσια.
Η άλλη πλευρά, «οι απέναντι». Αυτοί που γεννήθηκαν μαζί με μένα, αλλά πέθαναν λίγο πιο νωρίς. Τελείωσε η παρέλαση και έρχεται ένας από αυτούς, που κάποτε ήταν στη θέση μου, ζούσε μόνο από το ΤΕΙ με τον ίδιο εξευτελιστικό μισθό, που χάλαγε μαρκαδόρους στον πίνακα που ξενύχτησε να βγάλει διαφάνειες για την άλλη μέρα.
«Ξέρεις, θα ερχόμουν δίπλα σου, αλλά, ξέρεις, έπρεπε να είμαι με τους απέναντι»
Δεν είπα τίποτα. Απλά τον κοιτούσα και ύστερα βγήκα έξω από το σώμα μου, παγώνοντας τη στιγμή: Φαινόμουν δίπλα του σα 15χρονο γραφικό και ονειροπαρμένο παιδάκι. Ποτέ στους απέναντι, ποτέ φτιαγμένος, με τα χέρια μου άδεια από σημαίες, χωρίς κουστούμι, μακριά από τους επισήμους και τους πολιτικούς εκπροσώπους: Στο πανεπιστήμιο, σε εκδηλώσεις του ΤΕΙ, σε ημερίδες, εκεί στην άκρη: Να ξέρω μέσα μου τι έφτιαξα, πώς το έφτιαξα και να κλείνει ο κύκλος εκεί. Ούτε να το πω, να το μοιραστώ με 5-6 ανθρώπους δικούς μου μόνο, να ακούσω ένα μπράβο ή πιο σπάνια, ένα ευχαριστώ και εκεί έκλεισα.
Πάντα με γελοίες απαιτήσεις, που συχνά προκαλούν γέλιο ή μπούχτισμα (βλέπε βόλτα στον ήλιο).
-
Κάποτε λοιπόν, μπήκε ένας πελάτης σε εκείνο το μαγαζάκι στην Αχαρνών και ήθελε μια καρέκλα:
«Πόσο κάνει;» «15.000 δραχμές»
«Μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο;» «14.000»
«Να σου δώσω 12.000 και να την πάρω;», «όχι, 13.000»
«Κοίτα, έχω πάνω μου, 10.000, να στα δώσω να τελειώνουμε»
Ο πατέρας μου τον κοίταξε. Και κάπου εκεί σταματάει ο χρόνος και λέει ο φάδερ:
«Αυτό είναι η δουλειά μου ο κόπος μου. Πέρασα 5 μέρες πάνω από αυτή την καρέκλα. Από το να στη δώσω 10.000, προτιμώ, ειλικρινά, να στη δώσω δωρεάν. Να σου πω , πάρτη και φύγε.»
Δωρεάν.
Έμειναν εκεί οι δύο άνδρες και κοιτάζονταν αρκετή ώρα με ένα μπόμπιρα ανάμεσά τους, που δεν έφτανε ούτε μέχρι τη μέση τους που κρατούσε ένα καραβάκι που έσταζε από τη «βούτα».
Και αυτό το παιδάκι κάτι δεκαετίες αργότερα σκέφτεται ότι είναι στιγμές που κάτι οτιδήποτε λιγότερο από αυτό που ονειρεύτηκες και περίμενες είναι μια καρέκλα που θα πουληθεί 10.000 δραχμές.