Τα τελευταία 10+ χρόνια με έχουν βρει πάνω από ένα βιβλίο: Πες το σπουδές, πες το διδασκαλία, πες το μεταπτυχιακό, πες το διπλωματική, σε όλα μέσα είμαι.
Κοιτάζω αυτό το κορυφαίο που έχω γράψει στο «About» για την οικονομική επιστήμη: Κάνεις τόσες πολλές υποθέσεις, σε τόσα πράγματα που στο τέλος, ακόμη και αν έχεις ένα υπόδειγμα, μια απλουστευμένη εκδοχή μιας πραγματικότητας, είναι τελείως άχρηστο.
Όχι, δε θέλω να γράψω οικονομικό άρθρο, δεν είναι ο χώρος σωστός.
Απλά σκέφτομαι ότι ακόμη και στα πιο προηγμένα μοντέλα πρόβλεψης, αποτίμησης, αξιολόγησης έρχεται ο παράγοντας άνθρωπος και τα πηδάει όλα. Και βλέπεις ότι υπάρχουν τα εργαλεία, υπάρχουν αυτές οι συναρτησιακές σχέσεις τύπου “if x=10 then go to 20” που γράφαμε παλιά στις batch γλώσσες προγραμματισμού (πριν χαθούμε στις object oriented) και απλά συνεχίζουμε να τις αγνοούμε.
Όχι μόνο στα οικονομικά – παντού.
Ένα αγαπημένο παιχνίδι (το χω ξαναπεί) είναι να φτιάχνω στο μυαλό μου δύο σύνολα σαν αυτά που χρησιμοποιούμε για να εξηγήσουμε την έννοια της συνάρτησης στα μαθηματικά: Αυτής τη διαδικασία αντιστοίχισης από ένα σύνολο Χ σε ένα σύνολο Υ=f(x).
Το ένα σύνολο λοιπόν είναι ένας τεράστιος σωρός από τύπους, διαγράμματα, εξισώσεις, λογικές, μονοπάτια. Το άλλο σύνολο είναι η ζωή μου, οι καταστάσεις της, το πλέγμα των αποτιμήσεων και αποφάσεων.
Και τραβάω αυτές τις γραμμούλες που συχνά δείχνουν την ερμηνεία των πραγμάτων ή τουλάχιστον υποδεικνύουν μια λογική αντιμετώπισης του χάους. Ξαναλέω, η θεωρία είναι εκεί, εκεί είναι η συνάρτηση: Βλέπεις τις μεταβλητές Χ,Υ,Ζ,Ω, βλέπεις και μια εξίσωση (παλινδρόμηση λέγεται αυτό) που τις συνδυάζει και σου λέει κάτι.
Αυτό το κάτι μπορεί να συνοψισθεί μερικές φορές σε «Σωστό», «Λάθος».
Εξηγώ: Είσαι σε μια δουλειά: Και βάζεις κάτω τις απλές καθημερινές μεταβλητές: Από τις πιο σοβαρές (τι κάνεις, πόσο δύσκολο είναι σωματικά/πνευματικά, με τι ανθρώπους έχει να κάνει) μέχρι τις πιο «γελοίες» που έχουν να κάνουν με το πόσο κοντά είναι η καφετέρια, πόση ώρα κάνεις να πας, πώς είναι ο χώρος, τι φωτισμό έχει.
Το «γελοίες» δεν μπήκε σε εισαγωγικά, τυχαία. Ένας μελετητής του management, ο Elton Mayo «έπαιξε» με αυτές τις «γελοίες μεταβλητές» (π.χ το φως των χώρων) σε ένα πείραμα που έκανε, το οποίο έμεινε στην ιστορία ως πείραμα του Hawthorne.
Έστω λοιπόν, ότι θεωρητικά έχεις μπροστά σου όλες αυτές τις μεταβλητές. Και τρέχεις αυτή τη ρημάδα την εξίσωση παλινδρόμησης, ανάβεις ένα τσιγάρο και περιμένεις μέσα σου να αναδυθεί αυτό το συμπέρασμα. Και είναι για παράδειγμα κάτι του στυλ «δε μου αρέσει αυτή η δουλειά», «με χαλάει, με βαλτώνει, με σκίζει». Με τη βεβαιότητα των στεγνών μαθηματικών του 1+1.
Έπειτα περνάς σε ένα δεύτερο επίπεδο σκέψης που έχει να κάνει με το (δυστυχώς) καταναγκαστικό του πράγματος: Πρέπει να θρέψεις τη φαμίλια, να πληρώσεις τη δόση, να χτίσεις το σπίτι κ.ο.κ.
Λες τελικά: «Με χαλάει αλλά πρέπει να το κάνω.».
Για πάμε να φύγουμε λίγο από αυτό: Πώς αντιδράς όταν αυτή η εξίσωση παλινδρόμησης, αυτός ο μηχανισμός σε οδηγεί σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα (με χαλάει, με σκίζει, με καίει) για τους φίλους σου, την οικογένειά σου, τη σχέση σου;
Σε πόσα από αυτά μπορείς να κολλήσεις δίπλα το «πρέπει να το κάνω;»
Και αν «πρέπει», ποιος το λέει ; Ποια λογική το επιβάλλει;
Κάποιος από τα πίσω έδρανα λέει «η κοινωνικότητα». «Πρέπει» να είσαι κοινωνικός, να μιλάς, να γελάς, να συμμετέχεις. Να δίνεις. Να ξαναδίνεις. Γιατί τα πάντα έχουν ένα κόστος.
Θα μπορούσα να συνεχίσω την ανάλυσή μου για περίπου 500 σελίδες ακόμη και να πηγαίνουμε χεράκι χεράκι στο χάος και να ψάχνουμε στο τέλος να βρούμε ένα τρυπάνι να ανοίξουμε το κεφάλι μας σαν τον τύπο στο «Pi».
Αλλά καταλήγω κάπου εδώ, σύντομα:
Είμαστε άνθρωποι και ενώ σχεδόν πάντα ξέρουμε την αλήθεια, συνεχίζουμε εκεί, να το φτάσουμε στα άκρα. Ξέρουμε την κατάληξη, σχεδόν από την αρχή. Γιατί είμαστε σκεπτόμενα όντα (λέμε τώρα) και σταθμίζουμε τα δεδομένα.
Τα σταθμίζουμε ; Όχι.
Για αυτό και παντρεύεσαι λάθος, ερωτεύεσαι λάθος, εμπιστεύεσαι λάθος.
Για αυτό επενδύεις λάθος, για αυτό χρεοκοπείς, για αυτό είσαι άπληστος και τεμπέλης και μιζαδόρος.
Για αυτό στο τέλος μένεις μόνος ή θλιμμένος ή παρατημένος ή έχεις blog για να βρεις άκρη.
Γιατί γυρίζεις το κεφάλι στα δεδομένα, στις εξισώσεις, στη γνώση, στην ιστορία του κόσμου και τη δική σου.
Γιατί δε θα μάθεις ποτέ από τα λάθη σου.
Και συχνά, αυτά τα λάθη τα ερωτεύεσαι.
Από αυτά τα λάθη παρασύρεσαι.
Ακόμη και όταν ξέρεις ότι θα σε κάψουν.
Καλή σας νύχτα.