Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου ιδρωμένος – Αυτό θα γράψω ! Ναι, ας μη το σημειώσω πουθενά, του πούστη, δύο λέξεις είναι θα το θυμηθώ.
Κοιτάζω πάλι τον κέρσορα να αναβοσβήνει, ω αγαπημένε κέρσορα – προσπαθώντας να θυμηθώ εκείνες τις δύο γαμημένες λέξεις που ξεκλείδωσαν μέσα στο μυαλό μου μια ολόκληρη, καλή ιστορία.
Το αριστερό μου χέρι τρέμει κρατώντας το τσιγάρο (ρε σταματήστε να μου δίνετε καφέ αφού βλέπετε ότι αργοπεθαίνω, this thing is fuckin’ killin’ me) – θυμήθηκα μια φωτογραφία του Bukowski μπροστά στη γραφομηχανή του – τα τσιγάρα, οι μπύρες, ένα παλιοτραπέζι και πάμε: πάμε να αποδομήσουμε το σύμπαν, πάμε να τους πούμε ότι είναι όλα ψέμα.
Αλλά κανείς δεν ακούει – μου θυμίζει κάτι φανταστικές πίστες στο Half Life ™ 2 που κάτι ανδροειδή κουνιούνται μπροστά σε μια οθόνη μέχρι να στρέψεις το όπλο σου στο κεφάλι τους και να τα απαλλάξεις μια και καλή από τη μιζέρια τους.
Αποδόμησε τους τοίχους των σπιτιών, σήκωσε το volume να ακουστεί το «παπ» και το «μπλιπ» από τα facebook και msn και skype. Στάσου μπροστά στα πρόσωπα και παρατήρησε την αντανάκλαση της ζωής των άλλων βαθιά στην κόρη του ματιού – ακολούθησε τη διαδρομή μέχρι τον εγκέφαλο και κολύμπα στη σούπα που μόλις πήρε το πρώτο της μπούρμπουλο.
Fuck, σήμερα έχω κέφια και ας ξέχασα τη συγγραφική μου νεράιδα που μου ψιθύριζε χθες και την ξέχασα.
Με αγαπάς μωρή, θα ξαναρθείς.
*
Αγαπημένο μου ημερολόγιο θα ήταν η καλύτερη έναρξη για την επόμενη φράση αλλά δε μου αρέσει γιατί εδώ δεν είναι ημερολόγιο – αλλιώς θα έγραφα επίσης ότι έφαγα ένα παγωτό κανταΐφι από το perfecto παρατηρώντας ένα παρατημένο τροχόσπιτο κοντά στη γέφυρα. Και φανταζόμουν τη φωτογραφία και τα κείμενα που θα ακολουθούσαν τις γραμμές της πόρτας των παραθύρων, της οροφής για τη σειρά compositions. Anyway, πήγα στα Ριτσάτα – έβγαλα μια απίστευτη φωτογραφία μέσα σε ένα βάλτο υπο το απορημένο βλέμμα μιας γιαγιάς που παρατηρούσε τα παιδάκια της να φτιάχνουν πύργους στην άμμο.
Και ξέρεις τι σκέφτομαι τώρα – Εγώ έφτιαξα τους δικούς μου λίγα χιλιόμετρα πιο πριν. Θεέ τι γέλιο –
Συνεχίζω να περπατάω ανάμεσα σε μοναχικούς ανθρώπους, «Θα πεθάνεις μόνος σου ρε» που είχε πει και μια ex, καλή της ώρα (οκ, μπορεί να μην είχε το «ρε» αλλά τα άλλα τα είχε). Άνθρωποι μονάχοι (sorry Vicky, το δανείζομαι και το επιστρέφω) στις καρέκλες στην πλατεία, πίσω από τις μπάρες, πάνω στα δένδρα, μέσα στα αυτοκίνητα.
Πίνεις, ξαναπίνεις, καπνίζεις 10 στρέμματα καπνό, χορεύεις, αγκαλιάζεις, αγαπάς, (χημική αγάπη μου αρέσει να το λέω), άντε κερατούκλη μπορεί και να πηδήξεις –
Και είναι εκείνο το πρώτο πρωινό φως που ντύνει το άδειο σου σπίτι με εκείνο το τόσο αγαπημένο μου μωβ χρώμα.
Α, μη ρωτήσεις γιατί το μισό κείμενο είναι σε italics και το άλλο είναι κανονικό – τι, δεν το πρόσεξες ε –
Είναι έκπληξη
Γλυκιά μου συγγραφική νεραϊδούλα – έλα τώρα - σου υπόσχομαι ότι θα έχω το σημειωματάριο δίπλα στο κρεβάτι, ΟΚ ?