Σήμερα ήταν μια πραγματικά αστεία μέρα. Η προηγούμενη νύχτα κύλησε όπως περίμενα: Απίστευτος πόνος στο στήθος, βήχας που σου παίρνει το κεφάλι, ρολά χαρτί παντού.
Εκεί κατά τις 6-7 το πρωί είπα, πάει ήρθε το τέλος. Pay Day.
Κοίταζα ζαλισμένος από τον πυρετό τα λαμπάκια του router, τα μωρά μου (PC), τα βιβλία μου. Ακόμη και πάνω στο κρεβάτι που κοιμόμουν υπήρχαν χαρτάκια που σημειώνω συνήθως σκέψεις που θα γράψω εδώ μέσα. Όχι ότι το κάνω, απλά νιώθω ότι αν δεν το γράψω κάπου, θα χαθεί.
Ήθελα να γκρινιάξω αλλά δεν είχε ουσία αφού δεν υπήρχε κανείς να με ακούσει. Νομίζω ότι έτσι πάει η γκρίνια της αρρώστιας. Όταν μένεις μόνος σου, απλά, το βουλώνεις. Όταν έχεις 2-3 να ανησυχούν πάνω από το κρεβάτι σου, όσο να ναι, βάζεις λίγη σάλτσα στην κατάσταση. Όχι πολύ, ένα κλικ.
Ιδρωμένος γύρισα την πλάτη, πρόσθεσα άλλη μια κουβέρτα στις 3 υπάρχουσες, ανέβασα και δύο βαθμούς το κλίμα και επέστρεψα στο μαρτύριο.
Το πρωί που σηκώθηκα δε μπορούσα να μιλήσω. Και κάτι λέξεις που ψέλλισα με τον πατέρα που είχε άδεια, αποκάλυψαν μια απίστευτα τρακαρισμένη φωνή, προερχόμενη από μια εξίσου τρακαρισμένη μάπα. Η αλήθεια είναι ότι τρόμαξα όταν είδα τη φάτσα μου στον καθρέφτη. ΟΚ, ίσως περισσότερο από τις άλλες μέρες.
Και πέρασε η σκέψη τι θα γινόταν αν τη νύχτα το πράγμα χειροτέρευε και εμένα επιτόπου ;
ΟΚ, συνήθως δεν ψοφάς από βήχα και μύξα αλλά ξέρεις τώρα, το τραβάω για να στηρίξω το case study.
Μου έχει ξαναπεράσει αυτή η σκέψη μετά από κάτι τυφλές προσπεράσεις νύχτα στην Εθνική. Η ζωή είναι τόσο εύθραυστη. Και κάπως (χαζά νομίζω) ότι έχουμε κάνει μια συμφωνία ότι δεν θα πεθάνουμε ποτέ. Ότι δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα. Μέχρι να συμβεί.
Κουβέντα που σου έπιασα βραδιάτικα.
Μια φορά είχα σκεφτεί να γράψω ένα γράμμα, σα διαθήκη, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Τι πάει σε ποιόν. Να κάνω ένα map των σκληρών, κάθε ένας παίρνει και το σκληρό που του αντιστοιχεί.
Ε ρε γλέντια.
Το μεσημέρι προσπάθησα να μασουλήσω κάτι στο ακρογιάλι – όχι ότι κατέβαινε και τίποτα. Μπαμπουλωμένος σε ένα παλτό κοίταζα το κουτάλι που έτρεμε. Α ρε γέροντα spytro.
Σοφή γιαγιά κατρίπι πρέπει να συζητήσουμε για τους οίκους ευγηρίας μας. Άσχετο.
ΟΚ, Fever talkin’ today.
Θυμάμαι που είχα πάει (όταν είχα πρωτοέρθει στην Κεφαλονιά) σε ένα γιατρό, αυτόν πάνω από το Canta Napoli, τον Καντάφι πώς τον λένε και μου είχε πει ότι έχω αμυγδαλίτιδα. Μου τράβηξε και μια αντιβίωση 60€ (που εννοείται ότι δεν είχα να την πάρω εκείνες τις μέρες) και με έστειλε στο καλό.
Κατέβηκα στο λιθόστρωτο, άναψα τσιγάρο. Κατέβαινε τις σκάλες. «Θα πεθάνεις !» μου είπε. Του είπα «σκοτώνω τα μικρόβια».
Τηλεφωνάκι σε φίλο γιατρό @ Athens, πάρε ένα amoxil ρε πουλάκι μου τι μαλακίες σου λένε.
Anyway, τύχη πες το, μου πέρασε. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ήταν το Marlboro αυτό που σκότωσε τα μικρόβια.
Γύρισα σπίτι και κοιτούσα μαλακίες στο net για σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Ανάθεμα και αν καταλάβαινα τι γινόταν. Και δως του αψου κάθε τόσο. Ρολό, χαρτιά παντού.
Πού την είχα κρυμμένη τόση μύξα ρε γμτ.
Σε μια απίστευτη ζάλη, με έπιασε και ο πεσιμισμός, θα ψοφήσω σα το σκυλί στο αμπέλι, ανάμεσα στα router και τα pc μου, με αυτό το κομματάκι της JES στο media player.
Θάνατος 1:
Να πεθάνω σε ένα cabrio σε ένα αχανές λιβάδι, άνοιξη, με τέρμα ένα αγαπημένο κομμάτι από κάποιο μόριο γύρης στο οποίο δεν ήξερα ότι είμαι αλλεργικός.
Δεν είναι δικό μου αυτό. Του Coupland είναι, που τον διαβάζω σαν Ευαγγέλιο.
Θάνατος 2:
Η θεία η Κική, μια νύχτα στο παγκάκι απέναντι από το σπίτι μου:
«Θέλω όταν πεθάνω να μου βάλετε μια κούτα ASSOS στο φέρετρο για να καπνίζω τα βράδια». Τι ποιητικό !
Το απόγευμα έπεσα για ύπνο. Ήμουν πτώμα. Μία ώρα κατάφερα να κοιμηθώ. Έφτιαξα ένα χαμομήλι και σκεφτόμουν την πιθανότητα να ανατιναχτώ από το γκαζάκι.
Πω πω μέσα στην αισιοδοξία το σημερινό post.
Εννοείται ότι είχα αποκλείσει το ενδεχόμενο να παίξω μουσική το βράδυ στο διόνυσο.
Σας καταλαβαίνω, ήταν μεγάλη η πίκρα και η απογοήτευση. Σαν τους Depeche ένα πράγμα.
Κατάφερα και έγραψα 2-3 σελίδες για την εργασία. Μαλακίες, ούτε καν θέλω να διαβάσω τι έχω γράψει.
Και η ώρα είναι 2:06, αψού, μου λείπεις
ΑΑΑαψου.