Φωνές -
Στα κείμενα,
Στα μηνύματα,
Στο τηλέφωνο.
Φωνές που ζητούν μια άκρη, μια κουβέντα, ένα λόγο να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Και είμαι εκεί πάντα.
Οποιαδήποτε ώρα, οποιαδήποτε στιγμή.
Και εγώ εκεί στο σκοτάδι με την κάφτρα του τσιγάρου μου μόνο να ξεχωρίζει.
Να σκέφτομαι –
Εμένα ποιος θα με σώσει.
Απλώνω το χέρι και σε βγάζω από το νερό. Πνίγεσαι.
Σε βγάζω έξω, παίρνεις ανάσα, σηκώνεσαι,
φεύγεις.
Μέχρι το επόμενο κλικ.
Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά.
Το παράθυρο ανοίγει στην οθόνη.
Ναι – είμαι εδώ, δίπλα, συνέχεια.
Ωστόσο, μια ιδέα είναι – δε βοηθάω, δείχνω το δρόμο.
Δεν μπορώ να ακολουθήσω – η μοίρα μου είναι να απλώνω το χέρι μόνο.
Αυτό και μέχρι εκεί.
Το δικό μου το δρόμο τον ξέχασα. Δε θυμάμαι πώς ήταν. Τον ξέχασα.
Μόνος, στην άκρη της λίμνης πάλι.
Περιμένοντας το επόμενο πνίξιμο.
Χαμογελώντας αυτή τη φορά.
Ναι, βοήθησα.
Χαρούμενος λέμε.
Μέχρι να ξαναθυμηθώ την ερώτηση.
Εμένα ποιος θα με σώσει.