Ένα τσιγάρο κάπου ανάβει.
Το επόμενο ποτήρι γεμίζει.
Ένα ηχείο ψελλίζει την επόμενη νότα.
Και οι λέξεις εκεί, στημένες στην ουρά, να κατέβουν από τον εγκέφαλο στα δάκτυλα και από εκεί στην οθόνη και από εκεί σε ένα ζευγάρι μάτια.
Το επόμενο tweet που θα σε κάνει να ξεχαστείς είναι στο μυαλό κάποιου.
Η αγάπη ; Χαμένη εκεί έξω, σε ψάχνει αλλά παίζει και να μη σε βρει.
Ένα τηλέφωνο χτυπάει και μια φωνή στην άκρη σου λέει ο,τι ακριβώς δεν θέλεις να ακούσεις: Τα λάθος λόγια, αυτά που δεν περίμενες: Ότι η μοναξιά είναι σπατάλη.
Θεε, γερνάω. Πόσο γρήγορα πλέον;
Ξύπνησα και είμαι σχεδόν 34.
Ή καλύτερα – είμαι 5.000 posts old.
Κάπου, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κάποιο κομμάτι ανεβαίνει στο φατσοτεφτέρι και γίνεται λόγια, αυτά τα λόγια. Πάλι τα ίδια.
*
Αλλά ξέρεις τι;
Τελείωσαν οι καταφάσεις. Μόνο ερωτήσεις. Θα ρωτάω από εδώ και πέρα.
Γιατί μόνος μου δε βρήκα τις απαντήσεις. Μάλλον χρειάζεται να μου κάνει και εμένα κάποιος μάθημα.
Ήδη το πρώτο το πήρα: Κεφάλαιο 1ο : Ψέμα όλα. Παράγραφος 1.1 – Εισαγωγή.
Γαμώτο, πάλι διάβασμα. Κι άλλο διάβασμα. Δεν έφτασε το προηγούμενο.
*
Κεφάλαιο 2ο : «Κακό πράγμα να μη σε περιμένει τίποτα πίσω σπίτι όταν γυρίζεις» – Πατέρας δίνει τη μαχαιριά, χωρίς να το καταλάβει. Πάντα έτσι γίνεται.
*
Άλλο ένα τσιγάρο πιο κοντά στο τέλος ενός ακόμη post.
Αφού διάβασα όλα τα προηγούμενα και όλα έλεγαν ένα πράγμα: Για εκείνη τη σπατάλη.
Για τη γραφικότητα της αγκαλιάς ενός λάθους. Και όταν στο παίρνουν το αποζητάς.
Το λάθος. Πόσο χάλια ;
Ωπ, κι άλλη ερώτηση.
Πολλές – αναπάντητες.
Τελευταίο post ; Μπα.
*
Άλλο ένα ποτήρι γεμίζει.
Φακ, γιατί ανέβασες αυτό το κομμάτι ; Κάτι χαρούμενο ήθελα να γράψω, να το διαβάσω αύριο το πρωί σαν να μη το έγραψα εγώ και να ανέβω.
Σαν να ήταν ένας άλλος Σπύρος, λιγότερο μπερδεμένος, λιγότερο μόνος, με ένα μυαλό ρεβίθι, χαρούμενος.