Σχολείο. Ένα πρωινό άνοιξης. Ποίημα. Γονείς από κάτω που δίνουν σημασία στα άλλα παιδάκια μέχρι να ανέβουν τα δικά τους. Ξέρετε και μόλις ανέβουν, σταματά ο χρόνος.
Θα πέφτουμε ο ένας πάνω στο άλλο.
Και θα κοιταζόμαστε για μερικά δευτερόλεπτα.
Δηλαδή, όσο αντέχουμε.
Και θα στριφογυρίζουν μέσα στα κεφάλια μας οι στιγμές.
Θα στριφογυρίζουν οι μουσικές.
Θα στριφογυρίζουν τα λόγια.
Μερικές φορές θα χαμογελάμε.
Και θα κουβαλάμε αυτό το χαμόγελο μέχρι τα σπίτια μας.
Μέχρι να κλείσει η πόρτα.
Μέχρι τότε μόνο.
Σταματάει το παιδάκι, ιδρώνει η μάνα, ψάχνει η δασκάλα τα χαρτιά να βοηθήσει. Κάποιο ξύνουν τα κεφάλια τους από αμηχανία. Ένας πατέρας ανάβει ένα τσιγάρο. Ήχος ενός αυτοκινήτου που περνάει.
Θα πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο.
Σε στενά, σε πλατείες, σε μαγαζιά.
Και θα κάνουμε σα να μη συνέβη ποτέ τίποτα.
Παρακαλώντας μέσα μας να το πιστέψουμε.
Θα ακούμε κομμάτια που μας αρέσουν.
Και θα πονάει. Κάθε φορά.
Μα κάθε φορά όμως.
Ησυχία. Ο ήλιος περνάει μέσα από τα φύλλα. Το παιδάκι σηκώνει τα μάτια ψηλά. Ένα αεράκι ψιθυρίζει το τέλος. Μια στιγμή στο προσωπικό του ταξίδι. Κοιτάζει τους φίλους, τους γονείς, τους δασκάλους. Ένα σπουργίτι αλλάζει κλαδί.
Άνοιξη.