Τοποθετημένος σε αυτόν τον ισθμό μίας μέσης κατάστασης,
Ένα ον σκοτεινά σοφό και αγενώς μεγάλο,
Με πάρα πολύ γνώση για την σκεπτική πλευρά,
Με πάρα πολύ αδυναμία για τη στωική υπερηφάνεια,
Κρέμεται στο μεταξύ -σε αμφιβολία για το εάν θα πράξει ή θα σταθεί
Σε αμφιβολία για το εάν θεωρήσει τον εαυτό του θεό ή θηρίο
Σε αμφιβολία για το εάν προτιμήσει το νου ή το σώμα
Γεννημένος για να πεθάνει και λογικευμένος μόνο για να λαθεύει…
Χάος της Σκέψης και Πάθος όλα συγκεχυμένα,
Ακόμη από μόνος του κακομεταχειρισμένος ή απελευθερωμένος,
Δημιουργημένος κατά το ήμισυ να ανυψωθεί και κατά το ήμισυ να πέσει,
Μέγας κυρίαρχος όλων των πραγμάτων, ακόμη όμως μία λεία όλων
Μόνος κριτής της Αλήθειας σε μία ατελείωτη εκτόξευση λάθους
Ένα φως είχε μείνει και φώτιζε το μπαρ. Οι καπνοί ανέβαιναν ψηλά σε ακανόνιστα σχήματα, περνούσαν το φως, χάνονταν στο πουθενά.
Τα κεφάλια βαριά, τα ποτήρια άδεια, πρώτη μέρα του χρόνου. Το αριστερό μου αυτί πονούσε από τα ακουστικά, σχεδόν 6ωρο set, 5-6 ποτά αναρωτιόμουν πώς στο διάολο θα πάω σπίτι. Ρεβεγιόν, η θέση του DJ ήταν ψηλά πάνω από τον κόσμο, δεν ήταν ανάγκη να είμαι ντυμένος καλά για την περίσταση. Λίγο κάτω από μένα, ο κόσμος φλέρταρε χωμένος στα γιορτινά του, χαμόγελα, σφηνάκια, ευτυχία της χημείας.
Ξέρεις είχα ψωνιστεί θα γινόμουν μεγάλος DJ, γνωστός. Πιτσιρικάς που άδειασε το κρανίο για να το γεμίσει με όνειρα και μουσικές. Η ζωή θα ήταν εύκολη.
Δεν καταλάβαινα πλέον τι είχα καπνίσει και τι είχα πιεί. 15.000 δρχ μεροκάματο από δεκαπλάσια είσπραξη. Μια βραχνή φωνή ακούστηκε από μέσα «Ωραίο πρόγραμμα Σπυράκο σήμερα»
Άντε γαμήσου ρε μαλάκα.
Ο μπαρμαν ήταν ενας φροντισμένος gay που ερχόταν στη δουλειά με μια κόκκινη alfa spider του 1988. Οι δύο χορεύτριες αριστερά και δεξιά από μένα ήταν γυμνάστριες από ανατολικές χώρες, κορμάρες με άδεια ψυχρά βλέμματα. Ο μαγαζάτορας σκοτεινή φάτσα, όπως όλοι τους, μετρούσε τα χρήματα: Έβλεπες την αντανάκλαση των χαρτονομισμάτων στα μάτια του, σαν καρτούν, άκουγες σχεδόν το γκλιν γκλιν της ταμειακής.
«Μπήκε άλλο ένα πεντοχίλιαρο» έλεγε όποτε έμπαινε κάποιος στο μαγαζί. Ήταν η μέρα που γκρεμίστηκε το όλο concept της νυχτερινής εξόδου, που είδα τα πράγματα από την άλλη πλευρά. Τη σκοτεινή.
«Άναψε ένα τσιγάρο να το αλλάζουμε με το τσιγαριλίκι να μη μας καταλάβουν». Ο τύπος που ρύθμιζε τα φωτορυθμικά δεν μπορούσε να παίξει με το φως ξενέρωτος. Μου έκανε νόημα από δίπλα, γελούσε που φοβόμουν να πάρω χάπι .
«Κουμπώσου ρε μαλάκα, μην είσαι ξενέρωτος. Πώς σκατά κάνεις αυτή τη δουλειά έτσι»
Κάπου εκεί με τράβηξε ένας από το κεφάλι και άλλος ένα από τα πόδια, γύρισαν το μεγάλο γρανάζι, έσπασαν τα κόκκαλα μου, μεγάλωσα.
Ξημέρωνε 1η – Βγήκα σε ένα βρεγμένο και παγωμένο δρόμο – φως. Μέχρι και οι πουτάνες την είχαν κάνει – κάποιες τις ήξερα με το μικρό τους, χρόνια στο κουρμπέτι. Όποτε έλειπε ο μεγάλος έρχονταν μέσα να πάρουν ένα Johnny σε πλαστικό για να την παλέψουν με το κρύο.
«Ρε, έρχεται ο άλλος κάθε Παρασκευή και του πουλάω μια σακούλα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, 20.000 μου δίνει, άκου ρε». Σάστιζαν και οι πουτάνες με την αρρώστια που έτρεχε στις φλέβες της πόλης και εξαπλωνόταν σαν καρκίνος που δε σκοτώνει απλά επιβεβαιώνει την κυριαρχία του στο σώμα, το αλλάζει το κάνει κάτι άλλο που αδυνατείς να αναγνωρίσεις. Ειδικά όταν είσαι 23 χρονών.
Το πρωί με βρήκε στην Ομόνοια να μασουλάω ζεσταμένες τυρόπιτες σερβιρισμένες από θλιμμένες φάτσες που τις υποχρέωναν να φοράνε σκουφί Άγιου Βασίλη – το έκανε πιο θλιβερό από ο,τι ήταν.
Ξεκαβάλησα το Renault 5 του 82 από το πεζοδρόμιο με φορτωμένη μια Ρουμάνα που έμενε κοντά μου και ξεκίνησα για το σπίτι. Κίνηση στην Πατησίων, ο ήλιος της νέας χρονιάς δεν έλεγε να ξεκρυφτεί από τα σύννεφα, άλλη μια γκρι χρονιά. Μαύρα φορέματα και μαλλιά κομμωτηρίου μέσα στα διπλανά αυτοκίνητα , πρώτη δευτέρα νεκρά, ζάλη, ένα στάδιο είναι έλεγα, θα δουλέψω σε καλύτερα μαγαζιά.
Ντανιέλα την έλεγαν τη γκόμενα. «Πίπη, δε θα μείνω μια ζωή να δουλεύω για το μαλάκα. Ακους ρε, θα μαζέψω λεφτά θα ανοίξω γυμναστήριο, θα ξυπνάω το πρωί σαν άνθρωπος»
Σε σπαστά ελληνικά τα όνειρα.
Μπήκα σπίτι νομίζοντας ότι θα σωριαστώ , θα πεθάνω όχι από το ποτό και την κάπνα, αλλά από τις γραμμές που γράφονταν μέσα στο κεφάλι μου σε χαοτικούς ρυθμούς και θα αποθηκεύονταν για να γίνουν αυτή τη στιγμή αυτό το κείμενο, 11 χρόνια μετά.
Έβγαλα τα ακουστικά τα κοτσάρισα στο πιάνο, άναψα τσιγάρο.
Και ξεκίνησα να παίζω το soundtrack αυτό των ονείρων, της ευτυχίας της ζάλης, παλινδρομούσα πάνω στην καρέκλα, μπροστά πίσω, κοντά στα πλήκτρα, μακριά από τα πλήκτρα. Έκλεισα τα μάτια, «τι ζωή» είπα.
Ανακατεύτηκαν όλα τα όνειρα μαζί, τα δικά μου, της Ντανιέλας, της κοπέλας στο τυροπιτάδικο, του τύπου που ήταν σωριασμένου στο δρόμο στην Αιόλου, των φορεμάτων μέσα στα αυτοκίνητα, των αρωματισμένων κουστουμιών στη μπάρα. Όλα ρε.
Και τα δάχτυλα συνέχισαν να βυθίζονται στα πλήκτρα και έγιναν όλα αχταρμάς, όνειρα και νότες και τσιγάρα.