Vicious Circles

Κεφάλαιο 1ο

Υπάρχει μια κατάσταση χειρότερη από το να ζωγραφίζω τις αποχρώσεις μιας απροσδιόριστης κατάθλιψης πάνω σε μια οθόνη.

Κάτι χειρότερο από το να μετράω σε κάθε blink του κέρσορα τι με χαλάει, τι έχει τη δυναμική να με χαλάσει.

Υπάρχει μια κατάσταση χειρότερη από το να κόβω κύκλους γύρω το ίδιο θέμα, το ένα και μοναδικό θέμα που φωλιάζει κάτω από οτιδήποτε γράφω.

Η κατάσταση του να μη γράφω τίποτα.

Κάπου εκεί έχεις δεχτεί ότι τίποτα πλέον δε σου κάνει εντύπωση. Τίποτα δεν αξίζει να μοιραστείς. Τίποτα να ρωτήσεις, τίποτα να διηγηθείς.

Είναι εκείνο το σημείο που η μία μέρα διαδέχεται την άλλη και γίνονται όλες, μια μεγάλη, κουραστική μέρα. Υιοθετείς παράλληλες λογικές μέτρησης και εκτίμησης του χρόνου που περνά. Φεύγεις από τους χτύπους του ρολογιού, τα ημερολόγια. Ξεχωρίζεις τις περιόδους από τις στιγμές που τις σημάδεψαν.

Και ανατρέχεις σε αυτές κάθε φορά που θέλεις να πείσεις τον εαυτό σου ότι έζησες.

Έχεις χάσει κάθε κινηματογραφική οπτική της καθημερινότητάς σου. Έχεις σταματήσει να βγαίνεις έξω από το σώμα σου και να το βλέπεις να κάνει κάτι, οτιδήποτε.

Για μουσικές, ούτε λόγος.

Πάρε όλες τις πάνω γραμμές και άπλωσέ τες κάθετα, σα λωρίδες σε ένα τοίχο. Μέχρι να καλυφθεί από άκρη σε άκρη με εκείνο το χρώμα που ποτέ δε συμπάθησες.

-

Άπλωσα την εφημερίδα στο πάτωμα και θαύμαζα το συνδυασμό του παλιού καφέ ξύλινου πατώματος με το συννεφιασμένο ουρανό έξω από το κακόγουστο αλουμινένιο παράθυρο. Χαρτιά, σκορπισμένα παντού. Άκαρπες προσπάθειες προσέγγισης μιας ουσίας που κιτρινίζει μέσα στα ξεθωριασμένα πλέον, Α4.

-

Μέχρι και τίτλους για τα διηγήματα σταμάτησα να επινοώ. Τους έδινα ηλίθιους κωδικούς. Κάπου το έχασα στην πορεία και αυτό. Και δε γύρισα πίσω να δω τα κομμάτια. Απλά πού και πού τιναζόμουν από το λήθαργό μου και συνειδητοποιούσα ότι κάτι λείπει. Δεν έκανα τον κόπο να κοιτάξω πίσω.

Είχα πια απομακρυνθεί ακόμη και από ο,τι αγαπούσα. Από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα.

-

«Έγινες και εσύ μια κουκίδα μακρινή, χαμένη μέσα στο σκοτάδι»

Και κάτω από αυτό μια υπόσχεση.

-

Θυμάμαι που μου είπες ότι η μοναξιά είναι μια μορφή σπατάλης.

Τόσες σκέψεις, τόση νιότη, τόσες ευκαιρίες απλά, χαμένες. Και πριν αρχίζουμε να ουρλιάζουμε και να πετάμε πράγματα ο ένας στον άλλο, πίνουμε ένα καφέ και συζητάμε αηδίες. Και ο καφές συνεχίζεται στο διηνεκές.

Μα -σπατάλη ; Μου έφερες τον κόσμο ανάποδα.

Και ας μην το κατάλαβες, κι ας μην στο είπα. Αρχικά καταχωρήθηκε ως άλλη μια ατάκα. Μέχρι που άρχιζε να σκεπάζει τα πάντα. Μέχρι που με τρέλανε.

Και η τρέλα πλέκει τον ιστό της. Σπατάλη: Παντού. Νιώθω τη βροχή από παραδείγματα και καταστάσεις να διαπερνάει το κρανίο μου και να ξεπλένει τον εγκέφαλό μου στο σοκάκι του δρόμου. Και βλέπω τον εαυτό μου να τον κυνηγάει πριν χαθεί στο φρεάτιο.

Γελάω τώρα αν δε με βλέπεις.

Προσπαθείς από τη στιγμή που ξυπνάς να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν πας χαμένος. Όχι στα απλά. Όχι στη δουλειά. Όχι σε τέτοιες βλακείες. Καλά είσαι εκεί που είσαι. Δεν το αποφάσισες εσύ. Κάποιος κίνησε τα νήματα, κάποιος που δε θα φτάσεις και δε θα καταλάβεις ποτέ.

Είναι ένα άλλο «χάσιμο», πιο βαρύ, πιο βαθύ. Είναι το χάσιμο του χρόνου που αποτυπώνεται στο πρόσωπό σου, στα χέρια σου, στα μαλλιά σου. Είναι αυτό που δε μοιράστηκες, αυτό που δεν τραγούδησες, αυτό που δεν αγάπησες, αυτό με το οποίο δεν έκλαψες, αυτό που δε μίσησες.

Θυμάμαι πιτσιρίκι το έγραφα με ένα κόμπο στο λαιμό: Εκείνο το παράδειγμα με τον πίνακα στην άκρη του τοίχου που παλεύει με τη σκόνη και το χρόνο.

Δεύτερο κύμα βροχής, ξεπλένει και τα μάτια και το στόμα. Χάνω τα χαρακτηριστικά μου, χάνω την αύρα μου. Γίνομαι ο,τι μισούσα. Γίνομαι ότι έβλεπα γύρω μου.

Και ξαναθυμήθηκα, θεέ μου, άλλο παράδειγμα, αυτό με το νέφτι, αυτό το συναίσθημα ότι χάθηκε οτιδήποτε ξεχώριζε τους ανθρώπους. Το παράδειγμα του γίναμε όλοι ένα – σκεφτόμαστε το ίδιο, χάσαμε το νόημα.

Σύρθηκα μέχρι τα βιβλία μου. Σύρθηκα μέχρι τους τόμους που έγιναν χαρτοπολτός μέσα στο κεφάλι μου. Χαρτοπολτός που στον πετάει κάποιος που δεν βλέπεις, γελάει, κοροϊδεύει και εσύ γονατιστός κλαψουρίζεις με ένα συναίσθημα μεταξύ ντροπής και ηλιθιότητας που δεν κατάφερες να ξεζουμίσεις το μεγάλο συμπέρασμα:

Όσο μαθαίνεις, τόσο χάνεσαι.

Και παρακαλάς να ξεχάσεις, να τα ξεχάσεις όλα, να μην είχες ζήσει, να μην είχες μελετήσει, να μην είχες μεθύσει κάποια νύχτα, να μην είχες δώσει λάθος υποσχέσεις, να μην πλήγωνες κανέναν.

Να μην υπήρχες.

Κεφάλαιο 2ο

«Είναι τόσο ωραία εδώ, τόσο ήρεμα… Όσο και αν προσπαθώ να αποφύγω το κλισέ του «σταμάτησε ο χρόνος», δεν τα καταφέρνω»

Κοιτούσες τα δένδρα που εκτελούσαν εκείνη τη σχεδόν υπνωτική παλινδρομική κίνηση παίζοντας με τον ήλιο που κρυβόταν στα κλαδιά.

Και τον ακολουθούσες αυτόν τον ήλιο, ήσουν και εσύ ένα με τα δέντρα. Σε κοιτούσα από μακριά να κινείσαι τόσο απαλά, χαμογέλασα και σε μια ριπή του χρόνου συνειδητοποίησα πόσο σε αγαπώ.

«BSOD φίλε. BSOD – και σκέψου μια κατάσταση στην οποία τα λειτουργικά σταματούν να δουλεύουν, κάθεσαι σα βλάκας και κοιτάς ένα Error Code. Φαντάσου ότι εκείνη τη στιγμή που κάτι έγινε, να γύριζες στο DOS και είχες την άπειρη επεξεργαστική ισχύ στα χέρια σου. Και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα. Απολύτως τίποτα. Τόση μνήμη, τόσα εκατομμύρια πράξεις στο δευτερόλεπτο χαμένα σε μια στατική κατάσταση. Και ταλαντεύεσαι μεταξύ της απλότητας και της απέραντης δύναμης που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις. Ή, που δεν έχεις τρόπο να ξεκλειδώσεις. Έτσι νιώθω φίλε, έτσι νιώθω. Δε θα μπορούσα να το περιγράψω καλύτερα».

Έφυγα μακριά. Την τελευταία νύχτα που χωρίσαμε με τη Χριστίνα μου τραγουδούσε το Whisper του Slovo. Τη ρώτησα «ακόμη δεν το βαρέθηκες ; Μας κάνει παρέα τόσες νύχτες» Δεν με άκουγε.

Την ξαναείδα τυχαία στη Θεσσαλονίκη. Καθόμουν στην προκυμαία και έκλεινα τα μάτια καδράροντας τα καράβια στο υπερπέραν. Γελούσα με εκείνη τη σκηνή από εκείνη την ταινία του Αγγελόπουλου. «Παιδιά, όταν στρίψει το καράβι κάντε μου αναπάντητη να ξαναμπώ στην αίθουσα – πάω για τσιγάρο».

«Έλα δω»

Με φίλησε τόσο δυνατά που πόνεσα. Μπήκε μέσα σε εκείνο το μπλε σαραβαλάκι και χάθηκε μέσα στην κίνηση. Δεν προσπάθησα να βάλω τίποτα στη θέση του. Άφησα τα πάντα, όλες τις σκέψεις μου σκόρπιες. Δεν πείραξα τίποτα.

Για άλλη μια φορά εντυπωσιάστηκα με το πόσο σκληρός μπορώ να γίνω. Πρώτα με εμένα, μετά με όλο τον κόσμο. Δεν είχε καμία σχέση με μηχανισμούς αυτοπροστασίας. Είχε να κάνει με τη διατήρηση ενός κενού που μου επέτρεπε να παραμένω σε όρθια στάση. Μια τόσο περίτεχνη κατάρα: Οτιδήποτε μπει μέσα μου, οτιδήποτε φωλιάσει, γεμίζει αυτό το κενό και με γονατίζει.

Και το «γονατίζω» το συναντάς σε όλα τα διηγήματα μου. Είμαι στη μέση κάποιου δρόμου, κάποιας πόλης, η βροχή τρέχει πάνω μου και μένω εκεί ακίνητος να κοιτάζω ψηλά τον ουρανό, τη μεγάλη τηλεόραση στο μηδενικό κανάλι.

Στην Εθνική σκεφτόμουν αυτό που είχε ξεστομίσει ο πατέρας μου σε μια στιγμή πρωτοφανούς διαύγειας:

«Κάθε άνθρωπος κουβαλάει μια τιμωρία. Μόνο δική του, ολόδική του – δεν την ξέρει κανείς, με αυτή ζει, με αυτή σκέφτεται, με αυτή ξυπνάει το πρωί, με αυτή κοιμάται το βράδυ»

Η υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν υπό τους ήχους της Duffy. Ρε πατέρα, δεν μπορεί να είναι έτσι – είναι too much.

To κορσάκι πάλευε με τη βροχή και την ερημιά της απέραντης ευθείας. Γέρασε μαζί μου, ορίζοντας άλλη μια εναλλακτική λογική μέτρησης χρόνου:  Χιλιόμετρα.

Χαμογέλασα – όχι από χαρά. Σκέφτηκα το «μόνο σε μένα συμβαίνουν αυτά» για μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα το προσέθεσα σε μια συγκεντρωτική καμπύλη υπαρξιακής μοναδικότητας και χάθηκε.

Όσο οδηγούσα φανταζόμουν τις προοπτικές, τα δένδρα αποφάσεων. Όλοι σε μια πορεία βαδίζουμε, άλλοτε προβλέψιμη, άλλοτε λιγότερο προβλέψιμη. Αλλά είναι αυτές οι στάσεις που σε χαζεύουν στο τέλος και πετάγεσαι από το αυτοκίνητο και ψάχνεις λάκκο να θαφτείς.

Είναι το υπερσύνολο των «δε γίνεται» , «δεν υπάρχεις», «όχι».

Αμπελοφιλοσοφία της οδήγησης – που διακόπτεται συνεχώς από το gps του κινητού:

«Οδηγείτε πάνω από το όριο ταχύτητας»

«Σκάσε»

Βγήκα έξω από το παράθυρο και κοιτούσα τον εαυτό μου να οδηγεί μέσα στη βροχή. Πόσο παλαβός μπορεί να είναι κάποιος που συνομιλεί με το κινητό του ;

Ε71, καλή παρεούλα στην Εθνική.

Σταμάτησα σε ένα παρακμιακό μαγαζί φορτηγατζήδων (νομίζω, στο 92ο ) και λοιπών φαντασμάτων της Εθνικής και ξαναβγήκα πάλι έξω από το σώμα μου. Πού πάμε όλοι οι παλαβοί, τι ψάχνουμε μέσα στη νύχτα, γιατί κοιτάμε όλοι αποχαυνωμένοι το τσουλί που μπήκε με τον εξηντάρη, γιατί ο χαλβάς φαρσάλων ανεβαίνει 20 λεπτά σε κάθε ταξίδι.

Θα ήθελα να μοιραστώ αυτές τις σκέψεις. Και η αλήθεια είναι ότι άρχισα να βαριέμαι τη φωνή του GPS – ήθελα κάτι πιο διαδραστικό. Να προχωρήσω τη σκέψη, να ακούσω κάτι άλλο. Μίσησα τον εαυτό μου γιατί και μόνο η σκέψη ακούστηκε τόσο εγωιστική – και ήταν.

Κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι μου αξίζει να είμαι μόνος. Όρισα το λάθος, όρισα την τιμωρία. Σκόνταψα πάλι στη κάλυψη μιας ανάγκης. Από την άλλη μέσα σε αυτή την καταιγίδα παράνοιας, χάρηκα συνειδητοποιώντας ότι στο τελευταίο μου διήγημα αποδόμησα κάθε τι καλό που είχε αποδοθεί (από τους άλλους) στη μέχρι τότε ζωή μου. Τσαλάκωσα αβίαστα μια καλή (με την έννοια του «ορθολογικού»), εικόνα. Έβαλα τα πράγματα στη θέση τους, μόνος μου.

Μα τι πρόοδος, αν σκεφτείς ότι το πρώτο μου διήγημα το έγραψα για να ρίξω γκόμενα.

Τι βλάκας.

Η πόρτα έκλεισε, η υαλοκαθαριστήρες άρχισαν ξανά την παλινδρόμησή τους.

«Οδηγείτε πάνω από το όριο ταχύτητας»

«Σκάσε»

Κεφάλαιο 3ο

Κάνε ένα zoom out και δες το από μακριά

Δες την εικαστική του ομορφιά: Μόνο αυτό αξίζει. Αν πλησιάσεις από κοντά θα δεις ότι ο κόσμος είναι ένα σύνολο από διάσπαρτες καμπύλες ζήτησης και προσφοράς που στο πιο πιθανό σενάριο δεν πρόκειται να τμηθούν.

Και εκεί μπαίνεις σε εκείνο το στάδιο του πένθους, την άρνηση. Χτυπάς τη γροθιά στον τοίχο και λες ότι δεν μπορεί να είναι έτσι – δεν το δέχεσαι.

Κάποτε αυτή η γροθιά ματώνει – πονάς, σταματάς, χτυπάς ένα καφέ και συνεχίζεις τη μοναχική σου πορεία.

Αυτό που διαφέρει είναι το πόσο καιρό θα σου πάρει να το συνειδητοποιήσεις.  Και κοιτάς γύρω σου, λάθος σχέσεις, λάθος συνδυασμοί, άπειρα κομμάτια ενός πάζλ, άτακτα στοιβαγμένα, όπως να ναι, αρκεί να έχουν ένα αμελητέο κομμάτι επαφής.

Και κοιτάς πιο κοντά, θλιμμένα πρόσωπα, ώρες σιωπής, έξοδοι χωρίς ουσία, καφές με φόντο το υπερπέραν, σχόλια για τη μουσική. Μέχρι εκεί.

Και η πόρτα κλείνει, εκεί κοντά στο πρωί και ένα άδειο κρεβάτι περιμένει να σε αγκαλιάσει. Άδειο ακόμη και αν φιλοξενεί δύο σώματα.

Και εκεί στο στριφογύρισμα μέχρι να έρθει το πρωί, προσπαθείς να σκαρφιστείς μια αμυδρή εικόνα αυτού που περιμένεις.

Ή, ακόμη χειρότερα, βλέπεις την εικόνα αυτού που έχασες.

Ή, στον πάτο, βλέπεις την εικόνα αυτού που γνώρισες αλλά ποτέ δεν μπόρεσες να κάνεις δικό σου.

-

Άπειρες λέξεις, μουσικές, όνειρα με φόντο αυτές τις άπειρες καμπύλες που κινούνται ακανόνιστα, τυχαίοι περίπατοι, θεωρία χάους.

Ψάχνεις το τρυπάνι να ανοίξεις το κρανίο σου – να σταματήσουν όλα αυτά, να σταματήσουν οι φωνές, τα όνειρα, να τελειώσει η προσμονή.

Ρωτάς τον εαυτό σου αν κατάφερες να δώσεις σχήμα σε αυτή την ατέρμονη αναζήτηση. Αν κατάφερες να αποδώσεις με όλο της το μεγαλείο, αυτή τη σπατάλη.

Αυτή τη μοναξιά. Αυτή τη λάθος επένδυση, στο λάθος άνθρωπο, στο λάθος μέρος, στη λάθος στιγμή.

-

Σηκώθηκα από το κρεβάτι με το γνωστό απίστευτο πονοκέφαλο που μου ψιθυρίζει ότι όλο το βράδυ, χωρίς να το ξέρω, χωρίς να το συνειδητοποιώ, κάθε εγκεφαλικό μου κύτταρο έψαχνε για την προφανή λύση.

Παρακαλούσε να είχα γεννηθεί κάπου αλλού, κάπου απλά, κάπου που όλη μου η μέρα θα ήταν τρείς-τέσσερεις σκέψεις.

Δεύτερη κατάρα.

-

Θα ήθελα να ρωτήσω πιο είναι αυτό το κορμί δίπλα μου, αλλά ντρέπομαι. Γιατί αν σε αυτό το κορμί φωλιάζει ένας στοιχειώδης εγκέφαλος, θα συνειδητοποιήσει πολύ γρήγορα ότι έχασε το παιχνίδι με μένα.

Χωρίς γιατί, χωρίς πώς.

Κεφάλαιο 4ο

Χαμογέλασα κοιτάζοντας στην τηλεόραση εκείνο το cartoon που το ακολουθούσε το συννεφάκι.

Ύστερα έψαξα μάταια στο τασάκι να στριμώξω άλλο ένα τσιγάρο.

Όλες οι εικόνες της καθημερινότητάς μου θολώνουν, σα να τις αρνούμαι. Ξεχωρίζω μόνο αμυδρά κάτι χρώματα και τις ακραίες διακυμάνσεις μιας φωτεινότητας που μου επιτρέπουν να κινούμαι.

Ξεχωρίζω μια βροχή που φαίνεται να με διαπερνά, φαίνεται να ξεπλένει κάθε μνήμη, κάθε αγαπημένη στιγμή. Τρέχω να στεγάσω ο,τι προλαβαίνω, αγάπες, φιλιά, ένα άγγιγμα. Τυλίγω πάνω μου τις εικόνες, θέλω να σώσω οτιδήποτε με έχτισε, οτιδήποτε σκάλισε και την παραμικρή σκέψη που με κρατά σε ένα επίπεδο στοιχειώδους λογικής.

Δε μου κάνει αυτό που βλέπω γύρω μου, μέσα μου, μακριά μου. Ναι, είναι άλλη μια  μέρα που αρνούμαι το σύμπαν. Σαν πιτσιρίκι που το σπρώχνουν πρώτη μέρα στο σχολείο και αυτό σκέφτεται την πολύτιμη ζεστασιά του σπιτιού, των παιχνιδιών του, του κόσμου του.

Αλλά ναι, πρέπει να κοινωνικοποιηθεί, να κάνει φίλους, να γνωρίσει τον έξω κόσμο.

Μόνο για να συνειδητοποιήσει πολύ αργότερα ότι το όλο εγχείρημα είναι μάλλον μάταιο.

Να συνειδητοποιήσει ότι κακώς άφησε τα παιχνίδια του, κακώς ξέχασε πώς να ταξιδεύει με τη φαντασία του. Ήρθαν όλες οι μετέπειτα εμπειρίες και έσπρωξαν με βία μέσα από την ψυχή του την αθωότητα:  Έμαθε να πίνει, να καπνίζει, να πηδάει, να υπόσχεται, να δουλεύει, να κοιτάζει σα χαμένο έναν κόσμο που ποτέ δεν κατάλαβε.

-

Κατηφορίζω τη Σταδίου και ψάχνω να χωθώ σε ένα café, να περάσω στο αίμα μου άλλη μια δόση espresso. Κοιτάζομαι στο τζάμι μιας βιτρίνας: Θέλω ξύρισμα. Πρέπει να επιστρέψω ρε γαμώτο, τι σκατά έγινε πάλι και χάθηκα ;

Θόλωσαν όλα πάλι – ξεχωρίζω μόνο τις αποχρώσεις του γκρι, στις πολυκατοικίες, στον ουρανό, στις φάτσες.

Άρχισε πάλι να βρέχει. Ωραίος καφές. Πίσω από τη μεγάλη τζαμαρία βλέπω τα αυτοκίνητα κολλημένα στην κίνηση, το νερό που κατηφορίζει προς την Ομόνοια. Παλεύω να συνδέσω τις εικόνες με τις σκέψεις, τίποτα. Fuck, πρέπει να γράψω κάτι. Αφού πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που συνοψίζονται κάτω από το γενικό τίτλο «είμαι όσο σκατά πρέπει και γίνεται».

Ίσως να καθίσω να περιγράψω την προσπάθειά μου να βρω νόημα και να το μοιραστώ. Αλλά μου φαίνεται τόσο συγγραφικά τετριμμένο… Άλλος ένας χαμένος που ψάχνει να δώσει εξήγηση στα ανεξήγητα. Another brick in the wall.

Σβήνω-γράφω-τσαλακώνω. Παραιτούμαι και ανάβω το επόμενο τσιγάρο. Διαβάζω «μαύρα» blogs και συμφωνώ με όλα ! Τα λέτε όλα τόσο ωραία ! Δώσε πεσιμισμό στο λαό, γραμμή με γραμμή, post με post. Αφού σκέφτομαι να μαζευόμασταν όλοι οι αποτυχημένοι συγγραφείς βιβλίων και blogs και να τινάξουμε μαζικά τα μυαλά μας. Αφού ανταλλάξουμε χειραψίες, αφού συμφωνήσουμε ότι αυτός ο πλανήτης δε μας κάνει, ότι κάναμε απίστευτες μαλακίες που μας έφεραν στον πάτο και ότι από αυτό τον πάτο δεν μπορέσαμε να αναδυθούμε.

Πούτσες.

«Άλλο ένα διπλό» Keep ‘em commin’

H βροχή, αδιαφορώντας για την κρίση αμπελοφιλοσοφίας μου, συνεχίζει να πέφτει με την κρυφή ελπίδα ότι θα ξεπλύνει τη βρώμα αυτής της πόλης.

Αλήθεια, αν μάζευα ότι έχω γράψει, θα έβγαζα νόημα ; Κάποτε πέταξα μια σχετικά ακριβή φωτογραφική στη θάλασσα: Κοιτούσα τις φωτογραφίες που είχα βγάλει και δεν είχαν ψυχή, δεν έβγαζαν αυτό που ένιωθα, δεν είχαν χαρακτήρα.

Κάπου εκεί τελείωσε και η φωτογραφική μου καρριέρα. Παρόμοιες ιστορίες μπορώ να διηγηθώ για όλες τις δουλειές που έχω κάνει. Θυμήθηκα ένα κορυφαίο τσακωμό με ένα δάσκαλο του πιάνου που συνειδητοποίησε ότι διάβαζα τα νούμερα των δακτύλων και όχι τις νότες. Και πήρε ένα στυλό και τα έσβησε με τέτοιο μίσος που σχεδόν έσκαψε το χαρτί.

Τα ίδια παντού, άλλαζα σχολεία, φροντιστήρια, ωδεία, δουλειές. Και υπήρξαν φορές που κάπου σταματούσα αυτές τις παράλογες φυγές μου και καταλάγιαζα. Ανακωχή, που λέμε.

Εκεί κάτι έμαθα, να πω την αλήθεια. Μέχρι την επόμενη φορά που θα τα γαμούσα όλα.

Μια και το φέρνει η κουβέντα: γκόμενες.

Πώς τις ξέχασα ; Τα ίδια και εκεί. Τα διαστήματα πάνω από κάτι μήνες συνιστούσαν ανακωχή με την εγγενή μου τάση να χάνομαι, να φεύγω.

Πάντρεψα 2-3 γνωστούς μου (που δε μου μιλάνε πλέον ως το ύστατο «ευχαριστώ») αλλά εγώ κάπου ξέμεινα. Μάλλον θα πεθάνω μόνος σε κάποιο υπόγειο, ξεχνώντας να πατήσω το save στο αριστούργημα που θα με έκανε πάμπλουτο και πασίγνωστο.

Μα τι με έπιασε τώρα με την Ιστορία ; Θυμάμαι που είχα πει σε έναν καθηγητή μου στο σχολείο ότι το επόμενο μάθημα αποστήθισης που θα έπρεπε να εξετάζεται στις Πανελλαδικές εξετάσεις είναι ο Χρυσός Οδηγός. Τα ζητήματα θα ήταν «πες μας το τηλέφωνο του Παπαδόπουλου Χρήστου στην Περδικοράχη», «πες μας το τηλέφωνο του τάδε μπουρδέλου».

Είδες τι γίνεται ;

Η αδυναμία μου να βρω κάτι ενδιαφέρον στην τρέχουσα ζωή μου με γυρίζει πάντα στα παλιά. Σαν ένα reunion του πανεπιστημίου που είχα πάει και όλοι μιλούσαν σαν να πήραμε το πτυχίο την προηγούμενη εβδομάδα: Η ζωή δεν «έγραψε» τίποτα πάνω από αυτό, οπότε αυτό αποτελούσε κατ΄ ουσία την πιο φρέσκια ανάμνηση.

Ρε λες ;

Κεφάλαιο 5ο

Το φώς με ενοχλεί ρε γαμώτο.

Σύρθηκα μέχρι τον καναπέ, να βρω ένα μέρος να κρυφτώ. Θέλω λίγη σκιά ακόμη, λίγα λεπτά.

Να μη σταματήσει το όνειρο.

Ήμασταν λέει σε ένα κρεβάτι πίσω από ένα τεράστιο παράθυρο με θέα τη θάλασσα. Και είχες ξυπνήσει πριν από εμένα και με κοιτούσες. Και ήσουν η πρώτη εικόνα της νέας ημέρας. Και σε κοίταξα σα να μου αποκαλύφθηκε ξαφνικά ο σκοπός ύπαρξης μου σε αυτό τον πλανήτη. Σα να τοποθετήθηκαν όλα τα σκόρπια κομμάτια του πάζλ στη σειρά, σα να απέκτησαν όλα νόημα, σαν όλες οι μουσικές να γράφτηκαν στην ίδια κλίμακα και να δέθηκαν σε μια ατέρμονη μελωδία.

Αλλά το φώς με κυνήγησε, με βρήκε, με ξετρύπωσε από μια γωνία του βομβαρδισμένου μου σαλονιού. Πάντα έτσι είναι, πάντα πρέπει να συναντήσεις την επόμενη μέρα. Και σιχτιρίζεις εκείνα τα 2-3 δευτερόλεπτα που αντικρίζεις τις σκέψεις που έρχονται να μπουν μέσα στο σώμα σου και να του προσθέσουν το βάρος που θα κουβαλάς τις υπόλοιπες ώρες που υπολείπονται μέχρι να ξανακοιμηθείς.

-

Κάπου σκατά ήμουν χθες το βράδυ. Δε θυμάμαι ούτε πόσο ήπια ούτε με ποιόν ήμουν. Μόνο αυτός ο πόνος στο στήθος μου πετάει ένα clue, ότι κάποιος θα μιλούσε και θα τον άκουγα ανάβοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο.

Γυρίζω ανάποδα και κοιτάζω το ταβάνι. Σκέφτομαι το ενδεχόμενο να έγραφα τις σκέψεις κάθε ημέρας, όλους τους συνειρμούς, όλη την ιστορία. Όχι στον υπολογιστή – σε χαρτιά από δω και από εκεί. Και μόλις μαζεύονταν αρκετά να τα ανακάτευα πετώντας τα ψηλά – και όπως έπεφταν στο πάτωμα, έτσι να τα μοιραζόμουν. Έτσι να τα έγραφα.

Ούτως ή άλλως, δε θα έβγαζαν νόημα.

Αρχίζω να θυμάμαι:

Θυμάμαι ένα τύπο που καθόταν σε μια γωνία του μπαρ και απλά χαμογελούσε. Και σκεφτόμουν ότι δεν καταλάβαινε τίποτα από οτιδήποτε του έλεγαν. Απλά ήταν χαρούμενος που δεν ήταν στο σπίτι του.

Θυμάμαι μια γκόμενα με ένα μαύρο φόρεμα – ανταλλάξαμε τις γνωστές ματιές του ανέφικτου. Ξαναβυθίστηκε στα κεφάλια της παρέας της και εγώ στο ποτό μου.

Θυμάμαι ότι έσβησα τη μουσική από το μυαλό μου γιατί δε μου άρεσε.

Α ! Ήταν και ένα σφηνάκι μπροστά μου που αποφάσισα να μην το πιω – γιατί έπρεπε να οδηγήσω. Τι μαλάκας – το σφηνάκι με χάλασε – όχι το μισό μπουκάλι πριν από αυτό.

Μπουσουλώντας προς την κουζίνα χαμογέλασα με την εικόνα που πιθανότατα είχα χθες το βράδυ. Ο αποτυχημένος συγγραφέας που βγήκε να ξεχάσει ότι δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Χαμογέλασα επίσης με τη σκέψη ότι οδεύω ολοταχώς προς τον πάτο. Συνήθως μετά το χαρακτηριστικό ήχο της πρόσκρουσης αναζητώ (και βρίσκω) μερικές καλές ιδέες που μεταφράζονται σε εμπνευσμένες γραμμές.

-

Περίμενα την εσπρεσομηχανή να βγάλει τις πρώτες σταγόνες που θα με έσωζαν, καπνίζοντας και ακούγοντας ένα τραγούδι του Θηβαίου.

Σκεφτόμουν με μισό εγκέφαλο ότι όλα τα τραγούδια μιλάνε για αγάπες – χαμένες, καινούργιες, ανέφικτες, τελειωμένες.  Και όταν ακούω κανένα βαρύ καψουροτράγουδο ή κανένα περίεργο έντεχνο θυμάμαι όλες τις μαλακίες που έχω κάνει. Για αυτό αποφεύγω τα ελληνικά: Κάποιο στίχο θα προσέξω, θα κάνω κάποιο συνειρμό, θα χαλαστώ.

Το κομμάτι που παίζει αυτή τη στιγμή στο ραδιόφωνο το άκουσα πρώτη φορά σε ένα φοιτητικό καφενείο στα Εξάρχεια αγκαλιά με μια γκόμενα που της άρεσε να βάζει αυτά τσιμπιδάκια που κρατούν τα μαλλιά,  στις τσέπες του τζίν της. Έλεγε πάντα χαμογελαστή το ίδιο αστείο : Ότι το να πιάνεις τα τσιμπιδάκια στο τζιν είναι μόδα που της είχε εκμυστηρευτεί ένας εκκολαπτόμενος gay κομμωτής. Ήπιαμε το τελευταίο ρακόμελο και συνειδητοποιήσαμε ότι δεν είχαμε χρήματα να γυρίσουμε σπίτι. Ούτε ένα ευρώ. Και ξεκινήσαμε από τα Εξάρχεια με τα πόδια μέχρι την Κυψέλη.

Και είχαμε πάντα κάτι να πούμε, ήταν αρχή, ανακαλύπταμε ο ένας τον άλλο. Είχαμε ζουμάρει ο ένας στον άλλον, spot focus: Όλα τα άλλα ήταν θαμμένα σε ένα γλυκό blur πέπλο. Δεν υπήρχαν δρόμοι, δεν υπήρχε η βροχή, δεν υπήρχε φως. Μόνο δύο σώματα που προχωρούσαν σε μια απειροελάχιστη αρτηρία-δρόμο της πόλης. Με εκείνη τη γλυκιά προσμονή του ξεγυμνώματος.

«Αγάπη μου μικρή» – Έκλεισα το ραδιόφωνο.

Ο καφές κυνηγά τα μόρια του οινοπνεύματος στο αίμα μου. Ο εγκέφαλος μου φορτώνει συνέχεια δεδομένα, φεύγω μακριά από τις εικόνες που με έπλασαν, κλείνω το σκονισμένο μου βιβλίο. Επιστρέφω στη αναζήτηση άλλης μιας γραμμής κειμένου.

Λίγο πριν κλείσουν όλες οι σκέψεις που συνόδευαν τα πρώτα λεπτά μετά τα όνειρά μου, θυμήθηκα ότι η γκόμενα είχε σκούρα πράσινα μάτια που πάντα νόμιζα ότι είχαν μικρές κίτρινες πινελιές στην ίριδα.

«Μαργαρίτες σε ένα καταπράσινο λιβάδι» – έτσι παρομοίαζα τα μάτια της.

Βγήκα στο μπαλκόνι, έκλεισα τα μάτια, άκουσα την πόλη που αδιαφορούσε για τα δικά μου προβλήματα. Ωστόσο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έγειρε πάνω το κεφάλι μου και μου ψιθύρισε:

«Γράψε για τους ανθρώπους»

Κεφάλαιο 6ο

Κοιτάζω τις στιγμές μου από ψηλά σαν πόλη τη νύχτα: Ψάχνω να βρω τα σοκάκια που αγάπησα, εκείνα τα σκοτεινά, εκείνα που αναζήτησα όταν όλα γύρω μου έδειχναν να καταρρέουν.

Στριφογυρίζω πάλι -  η νύχτα δείχνει άλλη μια φορά ατελείωτη. Άλλη μια φορά συγχρονίζομαι με ένα κέρσορα που αναβοσβήνει και τρομοκρατούμαι στη σκέψη ότι δεν έχω τίποτα να πω. Ότι τίποτα μέσα μου δεν μπορεί να γαντζωθεί και να βγει έξω, να κατηφορίσει στα χέρια μου, στα δάχτυλα που θα πατήσουν τα πλήκτρα που θα γράψουν τις λέξεις, τις ιστορίες.

Ανάβω το επόμενο τσιγάρο και τριγυρίζω στα σοκάκια της μνήμης. Ψάχνω στιγμές κακές, καλές, οδυνηρές: Οτιδήποτε μου έριξε το χαστούκι και με ξύπνησε από το λήθαργο.

Ονειρεύομαι να καταφέρω να δω τον εαυτό μου από μακριά – όλο αυτό το οικοδόμημα που χτίζεται και γκρεμίζεται στην πορεία του χρόνου. Να δω πώς είναι από μακριά. Ποιο χαρακτηριστικό τελικά είναι αυτό που επικρατεί. Βγάζεις νόημα από τα χαλάσματα ; Θυμίζει κάτι ;

Σήμερα παραιτήθηκα από την προσπάθεια μιας συγγραφικής ροής και νοήματος. Αν αυτό που γράφω είμαι εγώ, τότε ναι, με περιγράφει απόλυτα μη βγάζοντας νόημα. Πέτυχα.

«Γράψε για τους ανθρώπους»

Ναι, αυτές οι συναντήσεις που κάθε άλλο παρά τυχαίες είναι, είναι αυτές που σε σπρώχνουν στην πορεία σου. Ακόμη και αν αυτή η πορεία δε μοιάζει σε τίποτα με πορεία. Ακόμη και όταν τα πάντα δείχνουν ότι είσαι ακίνητος, εσύ γράφεις, προχωράς.

-

Διάβαζα μηνύματα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο από μια άλλη ανεπιτυχή προσπάθεια εύρεσης μιας άκρης: Το Blog μου.

Κάποιες ψυχές ταυτίστηκαν, κάπου μακριά, μπροστά σε μια οθόνη, με αυτά που γράφω. Σκέφτομαι ότι υπήρχε μια εποχή που μοίραζα εκτυπωμένα τα διηγήματά μου, εκείνα των 10 σελίδων, περιμένοντας κάποιου είδους αποδοχή. Περιμένοντας κάποιον να μου πει ότι δεν το έχω χάσει ακόμη. Ότι είμαι καλά, είμαι μέρος ενός συστήματος, ίσως λίγο στο πιο δημιουργικό του.  

Πόσο βλάκας – πόσο λάθος. Έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι τελικά δε χρειαζόμουν κανενός είδους αποδοχή. Μόνο του εαυτού μου. Έπρεπε απλά να δεχτώ ότι αυτό είμαι, να σταματήσω να το παλεύω προς αναζήτηση μιας νορμάλ ζωής.

Όταν δέχτηκα ότι  κάπως έτσι θα πάει, προχώρησα.

-

Σήμερα είναι ακόμη πιο χαοτικά τα πάντα: Δε χάνω απλά τα κείμενα, δε χάνω τα κεφάλαια, χάνομαι ακόμη και σε μια γραμμή. Αλλά το δεύτερο κόμπλεξ, το «ποιος θα καταλάβει», το ξεπέρασα επίσης γρήγορα.

Γέρνω το κεφάλι μου στον καναπέ και κοιτάζω ένα κερί που τρεμοπαίζει στο πάτωμα. Κάποτε με κοίμιζε αυτό. Τώρα έχασε (και αυτό) το παιχνίδι.

Νομίζω ότι δε θα ξανακοιμηθώ ποτέ. Δεν θα ηρεμήσω, θα μετατραπώ σε ζόμπι που θα σέρνεται ανάμεσα στα μισοτελειωμένα διηγήματα και τις σελίδες του Ιστού.

-

Άλλη μια νύχτα λοιπόν: Ψάχνω αγαπημένες νυχτερινές εικόνες.

Κάποτε, φεύγοντας από Πάτρα έβλεπα τα φώτα από τη πρύμνη του καραβιού να απομακρύνονται και έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας να κρατήσω τη στιγμή για πάντα. Λογικά θα έπρεπε να είχα άπειρες παρόμοιες εικόνες – τελικά είναι πιο λίγες από ο,τι νόμιζα.

Ναι, τις συμμαζεύω αυτό τον καιρό.

Όπως απομακρυνόμασταν όλο και πιο βαθιά μέσα στο σκοτάδι, διέκρινα στον ορίζοντα μερικά φώτα, άλλα καράβια που τραβούσαν τη δική τους πορεία μέσα στη γαλήνη.

Υπήρξαν στιγμές στη ζωή μου, στο ταξίδι μου που πίστεψα ότι είμαι απόλυτα βυθισμένος μέσα στο σκότος, με μια παρανοϊκή γαλήνη για συντροφιά και μια πυξίδα για ανεμιστήρα.

Και εκεί μέσα στο σκοτάδι, είδα από μακριά μερικά φώτα, πλησίασαν, είδαν, έφυγαν.

Με άλλα ταξιδέψαμε μαζί – μερικές φορές το σκοτάδι δεν παλεύεται. Αλήθεια.

Και ψάχνω τρόπους να περιγράψω εκείνη τη στιγμή που το φως έρχεται – έστω και για λίγο.

Να περιγράψω την εικόνα των δύο πλοίων που πάνε μαζί για μίλια, δύο κουκίδες και οι αντανακλάσεις τους στη  βραδινή ηρεμία.

Να περιγράψω και εκείνα τα φωτάκια τα μακρινά – που δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να είναι, απλά τα βλέπεις σε χαιρετούν και εξαφανίζονται.

Μέσα στο σκότος μου, που είναι δικό μου, ολόδικό μου,  χαίρομαι που συναντώ ακόμη ψυχές που ταξιδεύουν μαζί μου. Μάλλον δεν είμαστε μόνοι μας.

Μέχρι να συναντηθούμε ξανά, το ταξίδι συνεχίζεται, όλο και πιο βαθιά μέσα στο σκοτάδι.

Κεφάλαιο 7ο

Κρατούσα ψηλά ένα κομμάτι χαρτί με ένα κείμενο δικό μου. Ξαπλωμένος στο πάτωμα, κόντρα στη λάμπα που κρεμόταν άχαρα από το ταβάνι με  ένα πρώην λευκό νυν κίτρινο από την τσιγαρίλα,  καλώδιο.

Και σκεφτόμουν ότι εκείνη η λάμπα παρακαλούσε να αποκολληθεί από το ταβάνι, να πέσει κάτω με κρότο. Στη διαδρομή από το ταβάνι μέχρι το πάτωμα θα θυμόταν όλη τη ζωή της, από τη γέννησή της στο εργοστάσιο, τη μεταφορά στο ράφι, το ταξίδι της στο σπίτι μου.

Πόσα δευτερόλεπτα κάνει μια λάμπα να πέσει από το ταβάνι στο πάτωμα ;

Και θα περνούσε όλη της η ζωή, ότι είχε δει τόσα χρόνια εδώ μέσα – εμένα κυρίως – να σέρνομαι στα πατώματα.

Θα σκορπιζόταν σε χίλια κομμάτια, θα γινόταν ένα με την ατμόσφαιρα – θα εξαφανιζόταν όντας παράλληλα, παντού.

-

Η λάμπα ωστόσο στεκόταν εκεί, είχε ζωή ακόμη. Φώτιζε το χαρτί από το οποίο προσπαθούσα να βγάλω μια άκρη από τις συνήθεις ασυναρτησίες μου.

Και Fuck, τελειώνουν τα τσιγάρα, τελειώνει το Σκάτς που με έδερνε η μάνα μου να πιώ στο χωριό και το έφτυνα μέχρι να συνηθίσω να το εξαφανίζω.

Πολύ ξύλο όμως για να πιώ Σκάτς.

-

Ξεκίνησα να γελάω – πολύ δυνατά όμως, με κλάμα, με πόνο κοιλιάς. Άκουσα τη σκούπα της διπλανής ετοιμοθάνατης αιωνόβιας γριούλας να χτυπάει με μίσος τη μεσοτοιχία.

Ψόφα ρε.

Μπουσούλησα μέχρι τη βιβλιοθήκη για να πάρω μια δόση από Welsh και συγκεκριμένα από το Filth. Και να ζηλέψω μέχρι θανάτου την αβίαστη, ωμή βία του μισάνθρωπου ήρωα.

-

Το απόγευμα με βρήκε πάλι έξω από το σώμα μου, δίπλα στην λάμπα που παρακαλούσε για το τέλος της. Την κοιτούσα προφίλ και της έλεγα ότι της άξιζε μια καλύτερη μοίρα από το να μένει σπίτι μου και να παρακολουθεί αυτή τη φαρσοκωμωδία. Της ζήτησα συγνώμη και γύρισα το βλέμμα πίσω στον εαυτό μου που παρακολουθούσε τη βροχή δίπλα στο παράθυρο. Και είχε ο εαυτός μου εκείνο το χαζό χαμόγελο της έμπνευσης.

Δεν ξέρω τι θα γράψω – Αλλά ξέρω ότι θα έχει τίτλο Φαύλοι Κύκλοι. Και όλες οι σημειωμένες πατσαβούρες μέχρι τώρα ήταν το ζέσταμα, το πρελούδιο της παράνοιας. Αυτό θα κάνω ! Γελάω ήδη με το προδιαγεγραμμένο τέλος της ανατίναξης του μυαλού μου και το splatter στους τοίχους. Και εκεί λίγο πριν το τέλος, σε εκείνα τα δευτερόλεπτα που απομένουν, σε εκείνα τα δευτερόλεπτα που κάνεις το ύστατο shutdown και έχεις μια υποψία συνείδησης, θα δω τη λάμπα να πέφτει και να απελευθερώνεται για πάντα.

Είμαι έτοιμος – έχω τίτλο, έχω το τέλος. Όλα είναι εύκολα μετά.

Νομίζω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s