Intro
Κοίταξα πάλι τον εαυτό μου από ψηλά να εκτελεί αυτή την παλινδρομική κίνηση: Εκείνη που θα ταίριαζε σε ένα ήρεμο κήπο, με νοσοκόμες, με αναπηρικά καροτσάκια να πηγαινοέρχονται, με λουλούδια, με δένδρα παντού. Και εμένα, σε ένα παγκάκι, πάντα μόνο, με εκείνη τη λευκή στολή, να είναι όλα ήρεμα, να έχω βρει επιτέλους νόημα στα πάντα, να συμφιλιώθηκα με την ποσοτική θεωρία της παράνοιας. Να είναι όλα κάπως λυμένα, να γράφω και να σβήνω τον επίλογο που έψαχνα τόσα χρόνια, εκεί έξω, θολοπλέοντας στον ανύπαρκτο κόσμο των λογικών.
Αλλά δεν είναι ήσυχα εδώ. Έχει σκοτάδι και παίζει μια δυνατή μουσική και ένας προβολέας πολύχρωμος διαγράφει άγνωστες φάτσες. Κρατάω ένα ποτήρι με πάγο και κοιτάζω χαρτοπετσέτες από κάποιο γλέντι στο πάτωμα.
Κλείνω τα μάτια, ο ήχος χάνεται.
Με ένα δεξί χέρι προσπαθώ να γρατσουνίσω κάτι σε ένα φανταστικό κλαβιέ που απλώνεται μπροστά μου. Μιλάω με ήχους αφού έχασα τα λόγια. Αφού τελείωσαν οι λέξεις, αφού όλοι οι συνδυασμοί γραμμάτων και συμβόλων δεν μπόρεσαν να αποτυπώσουν αυτό που νιώθω.
Οπότε κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα: Σου δίνω ήχους.
Είναι τόσο γραφικό, δε θέλω να ξέρω πώς μπορεί να φαίνομαι από τα μάτια κάποιου που με παρακολουθεί – ίσως αυτό να σήμαινε το τέλος του ονείρου και την επιστροφή στην πραγματικότητα που δε μου κάνει.
Γύρισα πάλι μέσα μου και έκλεισα την πόρτα. Χάθηκε το φως, έγιναν ένα απόλυτο σκοτάδι τα πάντα: Άναψα το επόμενο τσιγάρο και περίμενα να εμφανιστούν οι φωτογραφίες, να ακουστούν οι μουσικές οι δικές μου, να αναδυθούν από μέσα μου οι στιγμές που άνοιξα και έκλεισα τα μάτια γρήγορα, οι στιγμές που ικέτευα να μείνουν για πάντα εντυπωμένες μέσα μου γιατί τόση ήταν η ομορφιά τους που δεν τους άξιζε τίποτε λιγότερο.
Άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο δρόμο. Τυλίχθηκα όσο πιο δυνατά μπορούσα στο μπουφάν μου αλλά το κρύο με διαπερνούσε. Εκείνο το κρύο που κυνηγάει τις σκέψεις και τις οδηγεί σε μια γωνιά να κουλουριαστούν, να γίνουν ένα, να μη μπορείς να τις ξεχωρίσεις, να είναι όλες μια μεγάλη αλήθεια. Να χαμογελάσεις και να πεις ότι όλα τελείωσαν εκεί: Αυτό πρέπει να κάνεις, αυτό είσαι, αυτός είναι ο δρόμος σου: όποτε είσαι έτοιμος, ακολούθησέ τον.
*
Το σπίτι μου έχει εκείνη τη μυρωδιά του παλιού: Οι φίλοι μου την αγαπούν, περνούν την πόρτα και νομίζουν ότι κάνουν ένα ταξίδι στο χρόνο. Ύστερα είναι και εκείνα τα βιβλία, βιβλία παντού που διαχέουν στην ατμόσφαιρα μια έμμεση μυρωδιά γνώσης που αιωρείται και περιμένει να φωλιάσει μέσα στον εγκέφαλό σου. Ωστόσο εσύ, αυτοί, εγώ, πάντα την αρνούμαστε και αρκούμαστε σε μια κουβέντα, ένα φλιτζάνι καφέ, γεμίζοντας ένα ήδη ξεχειλισμένο τασάκι.
Αλλά τίποτε δε μας κρατά κακία, καταλαβαίνουν τα βιβλία τα θολωμένα μυαλά μας, τα βήματα στους άδειους δρόμους, τα παραστρατήματα, τα μεθύσια – και μας αφήνουν ήσυχους και περιμένουν πότε θα είμαστε έτοιμοι να τα προσθέσουμε σε όλα τα υπόλοιπα.
*
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοιτούσα γύρω μου τα χειρόγραφά μου. Κοιτούσα εκείνο το σημειωματάριο που έχω δίπλα στο κρεβάτι, εκείνο, το κιτρινισμένο, με το μισοτελειωμένο στυλό κουρνιασμένο μέσα του: Εκείνο που περιμένει την επόμενη παλαβομάρα μου, τις γραμμές, τα βέλη, τα σύννεφα τα ζωγραφισμένα, τις καρδιές, τους κεραυνούς, τα μεγάλα Χι.
Παρακαλούσα να ξυπνήσω ένα πρωί και να το ανοίξω και να έχει γραμμένες όλες τις απαντήσεις κάτω από τις ερωτήσεις μου. Αυτές που έθετα εκείνες τις ώρες λίγο πριν ξημερώσει, εκείνη την ώρα που οι τοίχοι βάφονται σε ένα απαλό μωβ χρώμα που σβήνει κάθε λεπτομέρεια ισοπεδώνοντας οτιδήποτε πάει να ξεχωρίσει. Αλλά ποτέ δεν έγινε αυτό – ξέρω γιατί –
Γιατί θα σταματήσω να ψάχνω.
Θα σταματήσω το ταξίδι,
Δε θα έχω λόγο να υπάρχω.
-
Chapter – 1
Ένας παράλληλος ορισμός της ευτυχίας: Να γνωρίζεις τα κόμπλεξ σου, να τα αγαπάς, να τα κρεμάς στα τοιχώματα του κορμιού σου από μέσα, να τα κοιτάζεις, να τα αναλύεις, να τα ξεντώνεις μέχρι να τα σιχαθείς.
Κάθομαι στο συγγραφικό μου παγκάκι, εκείνο το ξύλινο, απέναντι από το σπίτι μου, σβήνω τα χρώματα, έτσι, να δείχνει παλιό και σοφό το σκηνικό.
Έχω στα χέρια μου
πάλι αυτό το σημειωματάριο, δώρο από μια κοπέλα που πλήγωσα, η οποία έρχεται που και που και με ξυπνάει απότομα από κάποιο όνειρο, μου δίνει ένα γερό χαστούκι γιατί με αγάπησε χωρίς αύριο και με ξανασπρώχνει να κοιμηθώ, αν τα καταφέρω.
Χτυπάω το στυλό ρυθμικά σαν άλλο κέρσορα στην οθόνη και προσπαθώ να σκεφτώ το επόμενο βιβλίο μου: Ποιο κόμπλεξ θα κυριαρχήσει πάνω από όλα: Λίγο πριν στο μοναχικό μου καφέ, θεέ μου
Συνειδητοποιώ ότι κάθε μικρή στιγμή της ζωής μου είναι μοναχική – σκεφτόμουν τη ζήλεια στη ευτυχία: όταν κοιτάζω αγαπημένα ζευγάρια, μεγάλες παρέες, οικογενειακά ζεστά τραπέζια, πραγματικούς φίλους, όλα αυτά που τελικά φαίνεται να αξίζουν και απουσιάζουν πολύ καιρό από τη δική μου ζωή.
Μεταμορφώνομαι σε ήρωα βιβλίου μου – ξεπήδησε και αυτός μέσα από τις σελίδες και είπε να με εκδικηθεί –
«Με έφτιαξες, έλα να δεις πώς είναι τώρα»
Βλέπω να αλλάζει
και ο τρόπος που κινούμαι: Στα μπαρ κάθομαι σε μια άκρη σα να θέλω να χαθώ, το ίδιο και στις καφετέριες, στο μετρό, στις μεγάλες πλατείες: Είμαι ή θέλω να είμαι αόρατος, να μη με κοιτάζουν και ίσως να μη με λυπούνται οι άλλοι, οι εξίσου μοναχικοί.
Ναι, το κόμπλεξ της ευτυχίας των άλλων: Η αναζήτηση των λόγων που με οδήγησαν εδώ, των εικόνων που με έπλασαν, των ανθρώπων που με έκαναν να αλλάξω – τι ακριβώς έγινε και κατέληξα σε αυτό το παγκάκι να χτυπάω ένα στυλό.
Δεν απέδωσα ποτέ ευθύνες στο ανύπαρκτο υπέρτατο ον και τον γιό του και το σόι του.
Δεν πίστεψα ποτέ στη διαπλανητική ή θεϊκή ή χαοτικά συμπαντική μούτζα.
Εγώ πάτησα τα κουμπιά, διάλεξα τα μονοπάτια, γέμισα τα τασάκια, μπήκα σε σώματα παλεύοντας παράλληλα με το δικό μου.
Οπότε, κάπου εδώ είναι το σημείο που πρέπει να πάρω μια βαθειά ανάσα και να διηγηθώ απρόσεκτα και επιπόλαια:
Να ξεχάσω αυτό που μου έγραψε μια φίλη σε ένα e-mail για το blog μου:
“Πρόσεξε, είναι η ψυχή σου εδώ μέσα, μη τη μαστιγώνεις, μη την ξεφτυλίζεις, μη τη δώσεις να τη φάνε»
Ε, ας γίνει και αυτό, να σπάσει τη μονοτονία και ας μην έχω τίποτε να δώσω μετά.
Έτσι και αλλιώς, όπου την έδωσα στην ψυχή μου, χαμένη μάλλον πήγε.
Όπως πήγαν και οι υπόλοιπες που νομίζω ότι δόθηκαν σε μένα.
Λάθος νταραβέρια, ψυχές σε λάθος χέρια, ψυχές δοσμένες στο πουθενά, ψυχές στη φωτιά, έτσι ήταν, έτσι πάει –
Το δέχτηκα – και πολύ νωρίς μάλιστα.
Τόσο νωρίς, που η ζωή φαίνεται πολύ βαρετή από δω και πέρα.
Chapter – 2
Ο δρόμος ήταν πραγματικά πολύ έρημος για να περιμένω να συναντήσω κάποιον. Και είδα εκείνη τη φιγούρα από το πουθενά να έρχεται κρατώντας ένα κινητό που έπαιζε κάποιο καψουροτράγουδο.
Μέσα στην ερημιά, στην κακοκαιρία, δεύτερος παλαβός – δεν είμαι μόνος τελικά.
Πέρασε ξυστά δίπλα μου, αναψοκοκκινισμένα μούτρα, κλάμα, με το βλέμμα στο βρεγμένο δρόμο. Άλλος ένας που αγάπησε.
Άρχιζε να ξημερώνει και άκουγα από τα ακουστικά του κινητού εκείνο το κομμάτι, ξανά και ξανά με την κρυφή ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα καιγόταν και θα το σταματούσα. Αλλά εκεί αυτό, τελείωνε, ξανάρχιζε, πονούσε.
Μια βροντή που και που μου υπενθύμιζε ότι σύντομα θα βρεχόμουν και θα ήταν το όλο σκηνικό πιο τραγικό όπως το φανταζόμουν.
Θα ήταν όπως θα το περιέγραφα μετά προς ικανοποίηση των αναγνωστών που θα αισθανθούν καλύτερα που δεν το χουν χάσει όπως εγώ. Θα τους έδινα εκείνη την ασφάλεια της λογικής, του ζεστού σπιτιού: Ο συγγραφέας είναι εκεί έξω στη βροχή, στην άκρη του μόλου και σας ενημερώνει για την εξέλιξη της τραγωδίας του. Και ναι, θα γράψω και ένα ψεύτικο happy end για να μην ξενερώσουν.
Ωστόσο δεν μπορώ να κάνω τη χάρη και να μην περιγράψω την αληθινή διαδρομή μέχρι το ψέμα. Τσιγάρο με τσιγάρο όλο και πιο κοντά στην παράνοια. Παράνοια ; Ίσως.
-
Πριν από μερικές ώρες βρισκόμουν σπίτι και διάβαζα βασανισμένες ψυχές που τραβούσαν βασανισμένες φωτογραφίες γράφοντας βασανισμένα posts που ίσως κάποτε γίνουν βασανισμένα βιβλία: Να τα διαβάσει η επόμενη γενιά βασανισμένων, να εμπνευστεί, να προχωρήσει την επιστήμη της παράνοιας.
Και όλα αυτά, τι, ένα παιχνίδι του μυαλού, ένα ταξίδι στο σκοτάδι που σβήνει τις εικόνες και αφήνει μόνο τα κείμενα που θα ταξιδέψουν στον ιστό και θα ξεχαστούν. Θα σβηστούν και θα ξανανέβουν και θα εκτυπωθούν και θα πεταχτούν στα σκουπίδια.
Άδειασμα ; Ίσως, πόσο μάταιο όμως. Το λέω εγώ, μετά από δέκα χρόνια ιστορίας που γράφεται και σβήνεται. Ίσως καλύτερα όσο περνάει ο καιρός, ίσως πιο ποιητικά, ίσως πιο ολοκληρωμένα, αλλά πάντα η ίδια. Η ίδια ιστορία που τραγουδήθηκε, που ζωγραφίστηκε, που χαράχτηκε σε τοίχους, που γράφτηκε νύχτες και μέρες μπροστά από ένα ζευγάρι ταλαιπωρημένα μάτια.
-
Αγάπη, losing game. Το προσπερνάω και συνεχίζω. Ο τιμοκατάλογος γνωστός, η τιμή πληρωμένη πάντα cash, έχω κούτελο.
-
Τα πάντα γνωστά λοιπόν: Εγώ, τα βιβλία μου, τα blogs μου που ανεβοκατεβαίνουν αγκαλιά με την ψυχή μου, οι φωτογραφίες μου, η μουσική μου, όλο το πακέτο, εδώ κάτω από τη βροχή: διηγείται, χάνει πάλι το νόημα, αγκαλιάζει το κενό.
Ανεβαίνω σκαλοπάτια, έχει αρχίσει και γίνεται κωμικό. Μια ψυχή γυμνή εκεί στη μέση και τριγύρω οι υπόλοιποι, οι άσχετοι, αυτοί που δεν θα καταλάβουν ποτέ και τίποτα να δείχνουν ή χειρότερα να φωνάζουν «finish him». Σα να μη προχωρήσαμε ποτέ από αυτή την αγελαία ικανοποίηση του θανάτου. Και το στερνό ερώτημα: Ποιος αποτελειώνει ποιόν ;
Εύκολο.
Εγώ τον εαυτό μου.
Με την περιέργεια για το τι γίνεται μετά. Ποιες θα είναι οι σκέψεις που θα έρθουν να γεμίσουν το κενό.
Chapter – 3
Και η βροχή συνέχιζε.
Χαμήλωσα το κεφάλι, κοίταξα το χέρι μου που έσταζε – κρατούσε το δικό σου. Για μια στιγμή ήταν μόνο και μετά εξαφανίστηκε.
Ένα βρεγμένο τσιγάρο κρεμόταν από το στόμα μου, εκεί στη ραδιενεργή βροχή. Και προσπαθούσα να το ανάψω –
Τσακ
Τσακ
Βροχή.
«Δε θα αλλάξουμε τον κόσμο τελικά ε ;»
«Όχι μικρό μου»
Μιλούσα στο κενό όσο η βροχή προσπαθούσε μάταια να με λιώσει. Το νερό είχε ποτίσει κάθε εκατοστό. Όπως γίνεται κάθε φορά με την ίδια ακολουθία: Καταλήγοντας σε ένα κορμί που τρέμει σα να προσπαθεί να πετάξει από πάνω του οτιδήποτε το βαραίνει, να απελευθερωθεί, να πετάξει θα έγραφα αν μπορούσα τώρα.
Το ξημέρωμα σταμάτησε – άρχιζε πάλι να σκοτεινιάζει. Με εκνευρίζει κάθε φορά που γίνεται αυτό. Αυτό ξέρεις, να σταματάει ο χρόνος και να με γυρίζει πίσω μόνο και μόνο για να αλλάξει το φως, να μη με βρει, να έρθει το σκοτάδι να με αγκαλιάσει.
Μαλακία.
Ο αέρας δυνάμωσε – ξεκίνησα πίσω για το σπίτι αν και ήξερα ότι δε θα έφτανα ποτέ. Αλλά έτσι λειτουργεί, πρέπει να φύγω από εδώ, έτσι δηλώνω ότι ΟΚ, παίζω το παιχνίδι, ταξίδεψε με πίσω στα όνειρα.
-
Έξω από το σπίτι μου ο αέρας σταμάτησε. Κοιτούσα τα φύλλα των δέντρων που σταμάτησαν να κινούνται. Ύστερα, ένα ένα ξεκολλούσε από το κλαδί και έφευγε αργά προς τον ουρανό. Είναι πάντα όμορφη αυτή η διαδικασία, μου δημιουργεί μια γλυκιά νοσταλγία μέχρι το επόμενο συναίσθημα:
Τον τρόμο.
Το τι θα δω αυτή τη φορά και κυρίως, γιατί θα το δω.
Κρατούσα στα χέρια μου το κλειδί της πόρτας. Το τοποθέτησα στην κλειδαριά, αυτή είναι η τελευταία επιβεβαίωση: Οι τοίχοι του σπιτιού άρχισαν να διαχωρίζονται και να σκορπίζουν αργά προς όλες τις κατευθύνσεις. Μετά τα έπιπλα, τα υπόλοιπα σπίτια. Στο τέλος μένει μόνο μια ξεκλείδωτη πόρτα να στέκεται εκεί μόνη της όσο ο κόσμος αποχωρεί για κάπου αλλού. Ή καλύτερα, επιστρέφει στην πραγματικότητα.
Γυρίζω το κλειδί, ανοίγω την πόρτα που χάνεται. Ένα λευκό φως για λίγα δευτερόλεπτα. Αυτό που σε υποχρεώνει να κλείσεις τα μάτια.
-
Ξύπνησα στο ground zero μου.
Εκείνη την παραλία, εκείνο το απόγευμα, με εκείνο τον ήλιο να βυθίζεται στο νερό και να συνεχίζει να λάμπει στον πυθμένα.
Η Μαρία με περίμενε σε εκείνη τη μισοσπασμένη ξαπλώστρα γελώντας με ένα ζευγάρι που προσπαθούσε ανεπιτυχώς να παίξει τένις.
«Σπύρο, άλλαξε το CD»
1998. Ήρθα να το διορθώσω. Να της πω ότι την αγαπώ. Αλλά δε θα μπορούμε να είμαστε ποτέ μαζί. Χωρίς να της πω ότι ταξίδεψα 30 χρόνια πίσω στο χρόνο, χωρίς να της πω ότι θα γίνει πληγή.
Χωρίς να της πω για τη δική μου κατάρα, τα ταξίδια στο χρόνο, στο όνειρο, πάντα μόνος.
«Τι θέλεις να ακούσεις;»
Chapter – 4
Πάτησα το play σε ένα παλιό επαγγελματικό Denon. Κάτω από τα πόδια μου βρισκόταν ακόμη εκείνη η υγρή άμμος και στον αέρα η μυρωδιά της καρύδας από τα αντηλιακά.
Στην παραλία είχαν απομείνει ελάχιστες παρέες, τα παιδιά της καντίνας οργάνωναν τις λευκές ξαπλώστρες που χτυπούσαν σε μια αλύπητη αντίθεση με την κόκκινη άμμο και το μωβ του σούρουπου και του ήλιου που πλέον είχε χαθεί.
Κάθισα μακριά της, άναψα ένα τσιγάρο και χαμογελούσα με τα παιχνίδια της ζωής: Τα παιχνίδια του ανεκπλήρωτου, τα παιχνίδια του λάθους, της ιστορίας που γράφεται. Στην κανονική διάσταση, ήμουν δίπλα της και κοιτούσα το βλέμμα της που χανόταν στη θάλασσα, τις σκέψεις τις τόσο διαφορετικές από τις δικές μου, το αιώνια χαμένο παιχνίδι, τον πόνο που σβήνει στο χρόνο.
Αλλά με γύρισαν εδώ τώρα, να το τελειώσω, να κλείσει αλλιώς, να κλείσει εναλλακτικά, με το ίδιο σφίξιμο στην καρδιά, αλλά πολύ πιο νωρίς.
Της μίλησα για μένα, τα όνειρά μου, τον κόσμο που ήθελα να ανακαλύψουμε από την αρχή, μαζί. Έβλεπα στα μάτια της ότι με καταλάβαινε: Εκεί μπροστά όμως, βαθιά μέσα στην ίριδα έβλεπα εκείνο τον τοίχο τον γκρι, με την κόκκινη μπογιά που έτρεχε με εκείνο το μήνυμα που ακυρώνει όλο σου το είναι και σε πλημμυρίζει στα γιατί:
Ένα σκέτο «Δεν»
Σηκώθηκα και ξεκίνησα να περπατάω δίπλα στη θάλασσα που ήταν καυτή και ντυμένη στα μαύρα, παραδόθηκε μαζί με την ψυχή μου στη νύχτα.
Ήταν όλα κάπως αλλιώς, ήταν ο εγωισμός μου που ανατινάχτηκε μεγαλειωδώς πάνω στην ξαπλώστρα που καθόμουν, τινάζοντας την άμμο ψηλά και διακόπτοντας για λίγο το κομμάτι που έπαιζε από τα ηχεία της καντίνας.
Ήταν μια χαμένη μάχη με ο,τι ένιωθα αλλά πραγματικά χαιρόμουν που είχε τελειώσει. Και όχι, δεν ένιωσα ελεύθερος, δεν θα ξεχνούσα ποτέ όλες εκείνες τις χαζομάρες που κάνεις όταν αγαπάς, ίσως χαμογελάσω αργότερα. Ίσως, τη στιγμή που θα βρω αυτό που ψάχνω, πίσω στο χρόνο, όταν επιστρέψω στο παρόν ή στο μέλλον.
Ήταν τόσο μεγαλειώδες όταν ξεκίνησε να συμβαίνει: Αυτό το ταξίδι μπροστά πίσω στη ζωή μου, οι πινελιές που προσπαθούν να αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων. Όχι πράγματα μεγάλα – μόνο εκείνα τα μικρά, εκείνες οι στιγμές, εκείνα τα δευτερόλεπτα που ειπώθηκαν τα λάθος λόγια. Ή χειρότερα, οι στιγμές που δεν ειπώθηκε απολύτως τίποτα και έμεινε η στιγμή μετέωρη μέσα στην ασάφεια της και έγινε πληγή και έγινε ένα Κάτι.
Το Κάτι, δανεισμένο από ένα βιβλίο του Marshall Smith το οποίο μου φάνηκε τόσο δυνατό σαν ιδέα, το ταξίδι στο χρόνο μέσω των ονείρων. Και το διάβαζα για 8η, ή 9η φορά στο σπίτι μου στην Αθήνα κάτι Χριστούγεννα όταν ξαφνικά συνέβη για πρώτη φορά:
Έκλεισα τα μάτια και είπα, γίνεται, είναι ένα κλικ του μυαλού, το ξεκλείδωμα για δευτερόλεπτα του υπόλοιπου 90% που στα όνειρα, στις μνήμες, στην αποθηκευμένη πληροφορία είναι μόνο σχετικός χρόνος.
Κάποιος θα άλλαζε την ιστορία του κόσμου, θα γινόταν πλούσιος.
Εγώ ήθελα απλά να παλέψω με τα φαντάσματά μου. Να γυρίσω πίσω και να γράψω μια καλή ιστορία. Όχι απαραίτητα χαρούμενη: Το είχα σχεδιάσει μια φορά σε ένα ταξίδι μου:
Να κάθομαι πάνω από μια απέραντη δεξαμενή με λέξεις, με εικόνες και να απλώνω το χέρι και να φτιάχνω το παζλ: Να κάνω ένα βήμα πίσω, να το κοιτάζω από μακριά και να λέω «να, αυτό είμαι εγώ»
Και οι φανταστικοί περαστικοί θα κοιτούσαν και δε θα καταλάβαιναν τίποτα, αλλά θα ήμουν εγώ εκεί πέρα: Εγώ και οι λέξεις μου, εγώ και οι φωτογραφίες μου. Εγώ.
Πώς λοιπόν θα τα έβαζα όλα σε μια σειρά, τι θα διάλεγα, τι θα ήθελα να είναι πιο κοντά μου, τι θα πετούσα, τι θα ήθελα να πετάξω αλλά δε μπορώ.
-
Ο άνεμος σταμάτησε μαζί με το χρόνο. Ήταν ώρα να φύγω.
Πριν αρχίσουν να διασκορπίζονται τα πάντα για να γυρίσουν πίσω στη διάστασή του, έσκυψα και την κοίταξα μια τελευταία φορά όπως είχε παγώσει εκεί από το χρόνο, όπως είχε μεταμορφωθεί στην φωτογραφία που θα κρεμιόταν μέσα μου. Τη φίλησα απαλά, ένιωσα εκείνο τον κόμπο στο λαιμό και κάπου εκεί έγιναν όλα φως.