Chapter -6
«Ηρέμησε, δεν είναι τίποτα, ηρέμησε»
Σκούπισα τον ιδρώτα από το μέτωπο μου και για μερικά δευτερόλεπτα ήμουν απόλυτα αποπροσανατολισμένος. Είχα χάσει το στίγμα στο χώρο, στο χρόνο, ξέρεις, εκείνα τα δραματικά δευτερόλεπτα όταν ξυπνάς απότομα, που πρέπει να περιμένεις να φορτώσει το εσωτερικό σου λειτουργικό σου σύστημα και να σου δώσει μερικές βασικές πληροφορίες.
«Τελικά, είχα δίκιο -δεν άλλαξες. Τουλάχιστον όσον αφορά τα απότομα ξυπνήματα στα άγρια χαράματα. Τι ήταν αυτή τη φορά ;»
«Θυμάσαι βλέπω»
«Δεν ξεχνάς και εύκολα κάτι τέτοιο, έλα, ξάπλωσε»
Ναι, πώς ήταν δυνατόν να το είχε ξεχάσει: Η γυναίκα που ήταν δίπλα μου, οι γυναίκες που πρωταγωνίστησαν στη ζωή μου, οι γυναίκες που μοιραστήκαμε το ίδιο κρεβάτι.
«Θέλεις να μιλήσεις για αυτό που είδες ;»
«Όχι, όχι τώρα»
Τι να της πω, από πού να αρχίσω, πώς να στηρίξω την ιστορία που έρχεται και με βρίσκει στα όνειρά μου; Αλήθεια, πέρασαν 15 χρόνια, τα όνειρα άλλαξαν, η κατάληξη παραδόξως η ίδια, κάθε φορά.
«Είναι πολύ παράξενο να βλέπεις σε όνειρο το θάνατό σου» μου είχε πει μια συνάδελφος σε ένα από τα πανεπιστήμια που πέρασα. Της είχα απαντήσει ένα ξερό «ναι» και δεν το έψαξα. Αφέθηκα σε κάθε ιστορία, τη ζούσα, έμπαινε και αυτή σε μια θέση μνήμης ως παραλλαγή του ίδιου, πάντα, σεναρίου.
Περπάτησα μέχρι το παράθυρο, εκείνη είχε σηκωθεί και κάπνιζε στην άκρη του κρεβατιού. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και ένιωθα να με κοιτάζει με ένα ύφος που μαρτυρούσε ότι ξεπέρασε σχετικά γρήγορα την πρώτη χαρά που με είδε, συνειδητοποιώντας ότι δε γύρισε μόνο ο φίλος, ο πρώην εραστής, ο συμφοιτητής, ο συνάδελφος.
Γύρισε όλο το πακέτο.
Γέμισα ένα ποτήρι με κάποιο ποτό που βρήκα και προχώρησα μέχρι το παράθυρο. Η νύχτα εδώ είχε αλλάξει: Φώτα από ψηλά σκανάριζαν την πόλη, ένα περιπολικό χανόταν στο υπερπέραν. Ουρλιαχτά ελαστικών αυτοκινήτων που κινούνταν υπερβολικά γρήγορα, ένας αδίστακτα γρήγορος κόσμος δεκάδες μέτρα κάτω από μένα.
Μήπως τα όνειρά μου με καλούσαν ; Η μοίρα βαδίζει με βήματα γοργά όταν μυρίζεται ανθρώπινο αίμα ; Είχε δίκιο ο Wilde ;
Ήμουν πολύ κουρασμένος για να απαντήσω στο ποιος ή τι, αποφασίζει πριν από εμάς για εμάς. Βγήκα για λίγο έξω από το σώμα μου, κάθισα σε μια καρέκλα αναπαυτικά και παρατηρούσα τον κινηματογραφικό εαυτό μου να λούζεται κάθε τόσο από τους προβολείς που έπεφταν στα στόρια και πλημμύριζαν το δωμάτιο με δεκάδες γραμμές φωτός.
«Κοιμήσου, μη δίνεις σημασία»
«Fuck» – κόλλησε το πρόσωπο της στο στρώμα και έβαλε πάνω από το κεφάλι της ένα τεράστιο μαξιλάρι.
Πάλι κάποιος με κυνηγούσε, πάλι αίμα είχα στα χέρια μου, πάλι πέθαινα.
Σε μια από τις τελευταίες διαλέξεις μου με είχαν ρωτήσει: «Τι θα γίνει αν οι Έξω περάσουν τα τείχη ;». Τους είχα απαντήσει να προσευχηθούν σε οτιδήποτε πίστευαν ότι είναι ιερό για αυτούς.
Αν η πραγματικότητα και το όνειρο ήταν παράλληλες καμπύλες, ένιωθα ότι κάτι τις σπρώχνει να τμηθούν. Κάτω όμως από αυτό το πρώτο πλέγμα τρόμου, γνώριζα καλά ότι βρισκόταν κάποιου είδους μαζοχιστική εξιλέωση. Σα να βρίσκομαι έξω στο δρόμο και να καλώ αυτό το Κάτι γράφοντας με spray στους τοίχους «Έλα, έλα να τελειώνουμε, Bring it On!”
Όσο παράξενο και αν ακούγεται αυτό με ηρεμούσε. Ένιωθα ότι η ζωή μου μέχρι τώρα, τα πάντα, οι επιλογές στα σταυροδρόμια μου, οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια εδώ. Σε αυτό το σπίτι, πίσω από αυτό το παράθυρο, σε αυτή τη χώρα.
Κάτι μέσα μου, ανεξέλεγκτα, συνομιλούσε, έπαιρνε οδηγίες από κάπου. Και στις κατάλληλες στιγμές μου ψιθύριζε τις κατευθύνσεις.
Τα όνειρα ήταν πάντα εκεί, μια σκοτεινή ευθεία μέσα στο φώς.
Όχι, δε συγκλίνουν οι ευθείες τελικά.
Η δική μου πορεία αλλάζει.
Άνοιξα το tablet μου: 0.35 beats internet time.
Πόσο χρόνο έχω ;
Chapter -7
Οι νύχτες είχαν αρχίσει να γίνονται επικίνδυνες εδώ. Ή μάλλον εγώ έχασα αρκετά επεισόδια ζώντας στην Ελλάδα αγκαλιά με τις αναμνήσεις μου.
Η αλήθεια είναι ότι πήγα χαμένος. Σπατάλησα χρόνια κυνηγώντας χαμένες αλήθειες, έρωτες με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και καριέρες χτισμένες πάνω σε τεντωμένα σκοινιά. Θα μπορούσε να ήταν άραγε διαφορετικά ;
Είχα ανέκαθεν μια αποστροφή προς οτιδήποτε ακολουθεί την ορθολογική οδό. Μια αποστροφή προς έτοιμα μονοπάτια με γνωστό τέλος. Προχωρούσα μέσα σε ένα δάσος που με μαστίγωνε κάθε φορά, αλλά βαθιά μέσα μου έκαιγε ο πόθος για το νέο, το ανεξερεύνητο.
Το απόγευμα με βρήκε να τριγυρίζω στο δίκτυο, διαβάζοντας άρθρα και blogs, προσθέτοντας νόημα σε ένα ήδη γνωστό συμπέρασμα.
Έφυγα από το σπίτι, είχε σχεδόν σκοτεινιάσει.
Η μαρίνα ήταν έρημη και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα συρματόσκοινα από τα κατάρτια των ιστιοπλοϊκών που είχαν αφεθεί στην τύχη τους. Η έννοια διακοπές ήταν ανέκδοτο και αυτά τα κουφάρια είχαν μείνει εδώ, μνημεία μιας ανέμελης εποχής.
Ακούμπησα το χέρι μου στο νερό, στην ίδια θάλασσα που βρέχει και το ground zero, χιλιάδες μίλια μακριά. Κούνησα το χέρι μου πάνω κάτω μέσα στο νερό χαμογελώντας με μια μικρή εικόνα-σφήνα από τα παιδικά μου χρόνια στο νησί: Τα παιχνίδια στο νερό, η πρώτη αυτοσχέδια βάρκα, η πρώτη θαλάσσια εξερεύνηση.
Η πρώτη φυγή. Από τότε ήθελα να φεύγω μακριά.
Αλλά ήταν μια φυγή ασφαλής. Το απόγευμα γύριζα αποκαμωμένος σε ένα σπίτι γεμάτο κόσμο και συγγενείς, με κάποιο γλυκό στο ψυγείο και καθαρά ρούχα στο δωμάτιο.
Ήμουν δεμένος με σπίτια και ανθρώπους με έναν αόρατο ιστό που νόμιζα ότι δεν θα έσπαγε ποτέ. Θα ήμουν πάντα δεμένος με τους δικούς μου ανθρώπους.
Αλλά οι άνθρωποι αλλάζουν, παραξενεύουν. Αρχικά από μόνοι τους, μετά σπρωγμένοι από έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να τους λυπάται και χωρίς να σέβεται την ανάγκη τους για μια πλατφόρμα αναφοράς.
Έτσι ξύπνησα ένα πρωί και συνειδητοποίησα ότι τίποτε δεν ήταν το ίδιο. Ήμουν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος που κοιμόταν δίπλα σε έναν επίσης δυστυχισμένο άνθρωπο. Απλά ο άλλος άνθρωπος δεν το γνώριζε. Όσο παράξενο και ακούγεται. Δεν του είχε αποκαλυφθεί.
Σαν ντόμινο άρχισαν να πέφτουν τα στηρίγματά μου. Εσύ, η δουλειά στο Πανεπιστήμιο, οι σχέσεις με τους γονείς μου που κουράστηκαν να προσαρμόζονται συνεχώς σε κάθε νέα παλαβομάρα μου.
Αλλά όλα αυτά δεν ήταν τίποτα μπροστά στη μάχη με το ρομαντισμό μου. Τίποτα μπροστά στην παραδοχή ότι δεν έκανα τον κόσμο μου καλύτερο, όπου μπορούσα.
Κάποια στιγμή χωρίσαμε. Απλά, σε ένα πρωινό καφέ – αντικρίσαμε ο ένας στον άλλο και ύστερα σηκώσαμε τα κεφάλια μας σε ένα ολόγραμμα που αιωρούνταν ανάμεσα μας και έπαιζε τις ευτυχισμένες μας στιγμές γρήγορα μέχρι να φτάσει στο αναπόφευκτο τέλος.
Αλήθεια, αυτό ήταν κάτι που το είχαμε. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε ανάγκη να εξηγηθούμε ο ένας στον άλλο. Και αισθανόμουν ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο που μου δόθηκε, έστω και για λίγο, η ευκαιρία να το ζήσω. Είναι καλύτερα να βρίσκεις το άλλο σου μισό, να ξέρεις πώς είναι, από το να μη το βρίσκεις ποτέ και να υποθέτεις στο τέλος, ότι δεν υπάρχει.
Γιατί τότε έρχεται η σκέψη ότι μάλλον το άλλο σου μισό είναι ήδη μέσα σου και δεν υπάρχει λόγος να το ψάχνεις. Και σε λούζει αυτή η βροχή της απόλυτης μοναξιάς που φτάνει μέχρι το εσωτερικό των οστών σου και σε σαπίζει εκ των έσω.
Μια δυνατή λάμψη πίσω από τα τείχη και ένας εκκωφαντικός ήχος από κτίριο που καταρρέει διέκοψαν το ταξίδι μου. Ο κόσμος δίπλα μου έπεφτε μαζί με ένα κομμάτι από το τείχος της πόλης και οι ήχοι από τα αυτόματα μου έλεγαν ότι αρκετά έμεινα σε αυτό το σημείο.
Κοίταξα στο tablet μου το τρομαγμένο πρόσωπο της Έλενας.
«Είσαι καλά;»
«Ναι»
«Έλα σπίτι αμέσως – δεν είναι μέρος για ρομαντικές βόλτες αυτό. Ξύπνα κάποια στιγμή»
Οι λιγοστοί άνθρωποι που περπατούσαν αυτή την ώρα έτρεχαν προς τις πολυκατοικίες που χάνονταν στον ουρανό. Εγώ για κάποιο λόγο ένιωθα ότι δεν ήταν ώρα να κρυφτώ.
Ξεκίνησα για το σημείο της έκρηξης.
Μη με ρωτήσετε πώς και γιατί : ήξερα ότι θα έβλεπα μια γνώριμη σε μένα, εικόνα.
Οι εφιάλτες έπαιρναν σάρκα και οστά, επιτέλους.
Chapter -8
Πριν από δεκάδες ίσως, χρόνια, μια έκρηξη θα έβγαζε τον κόσμο από τα σπίτια του. Τα πρόσωπα θα πλησίαζαν τα παράθυρα, τα φώτα μιας τηλεόρασης με live feeds θα διακρίνονταν πίσω από κουρτίνες.
Τώρα μόνο μερικές σειρήνες, να σκίζουν μια εφιαλτική σιωπή που δένει σατανικά με το σκοτάδι. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς.
Ύστερα είναι και αυτοί οι προβολείς τους οποίους αποφεύγουμε όλοι ακόμη και αν δεν υπάρχει προφανής λόγος.
Ο τρόμος και ενοχή φώλιασαν βαθιά μέσα μας – όποιος ή όποιοι το είχαν ενορχηστρώσει αυτό είχαν κάνει εξαιρετική δουλειά. Ένοχοι οι μέσα, ένοχοι και οι έξω. Όλοι ένοχοι, όλοι κυνηγημένοι. Οι έξω από εμάς και εμείς από τις τύψεις μας.
Το tablet μου χτυπούσε συνεχώς, αλλά από κάποιο σημείο και μετά δεν το άκουγα. Βάδιζα γρήγορα προς την πρώτη σκηνή του έργου που με κρατούσε ξύπνιο τα βράδια. Δεν το έχανα με τίποτα αυτό.
Πλησίασα κοντά στο τελευταίο block διαμερισμάτων πριν το τείχος. Οι κάνες από τα πυροβόλα κάπνιζαν ακόμη. Και μια χούφτα άνθρωποι πεσμένοι στο υγρό τσιμέντο εγκατέλειπαν μια και καλή αυτό τον παλαβό πλανήτη, πετούσαν μακριά για κάποιο παράλληλο σύμπαν.
Ήμουν σε απόσταση περίπου είκοσι μέτρων από το μισογκρεμισμένο τείχος. Οι στρατιωτικοί στοίβαζαν τα πτώματα, στην πλειοψηφία τους νεαρά άτομα, με μια απάθεια πολέμου.
Μπορεί να ήταν καθημερινότητα για αυτή την πόλη – μπορεί αυτό να γίνεται κάθε τόσο και να είναι όλα αυτά τόσο φυσικά.
Το τελευταίο πτώμα φορτώθηκε σε ένα φορτηγό χωρίς πινακίδες. Ένα χέρι προεξείχε, τα μάτια κενά αλλά ανοιχτά – ένιωσα αυτό το παγωμένο βλέμμα, ένιωσα αυτό το χέρι να με δείχνει και να υπόσχεται : «Ερχόμαστε»
Ζαλίστηκα, ίδρωσα, ακούμπησα στον τοίχο, γονάτισα. Ένα κύμα θλίψης φορτώθηκε στην πλάτη μου και με υποχρέωσε να προσκυνήσω το θεό της απόλυτης παράνοιας, να υποκλιθώ στη δύναμή του.
Κοίταξα ψηλά τον ουρανό που είχε αρχίσει να κλαίει πάνω στο τσιμέντο ξεπλένοντας το φρέσκο αίμα, ξεπλένοντας κάθε στοιχείο που θα θύμιζε στους περαστικούς το πρωί ότι κάτι πήγαινε πραγματικά, πολύ λάθος.
Χίλιες σκέψεις, χίλιες εικόνες βομβάρδιζαν το μυαλό μου που αδυνατούσε να επεξεργαστεί αυτό τον όγκο πληροφορίας.
Καλά είσαι εκεί – κάθισε εκεί μη φύγεις – εκεί όλα είναι καλά, ακόμη. Ασε με εμένα, εγώ ήρθα να παλέψω με τους εφιάλτες μου. Ήρθα να συμφιλιωθώ με τους δαίμονές μου πριν με κατασπαράξουν. Όχι, δε ζητώ έλεος, ούτε λογική. Κατά κάποιο απόλυτα παρανοϊκό τρόπο γεννήθηκα φορτωμένος με μνήμες, με βαθιά γνώση μιας ιστορίας αιώνων που μου φώναζε να μην κάνω τίποτα. Για ήταν όλα αυτά πάνω από εμένα, ήμουν τόσο ασήμαντος, τόσο μικρός.
Το νερό άρχιζε να ποτίζει τα ρούχα μου, τα αυτοκίνητα έφυγαν και έμεινε μόνο μια δύναμη ασφαλείας να επιτηρεί το τείχος που είχε αρχίσει να επισκευάζεται.
Καθυστέρησε, αλλά ήρθε. Έβγαλα τα παπούτσια μου και τα ακούμπησα σε μια μικρή λιμνούλα που είχε σχηματιστεί μπροστά μου. Τώρα γράφεται η ιστορία μου, τώρα όλα συναντιούνται, όλα έχουν νόημα, όλα ευθυγραμμίζονται.
Το θυμάμαι αυτό το όνειρο, το χέρι που με δείχνει, τα μάτια καρφωμένα πάνω μου και αυτή τη βίαιη εναλλαγή με μια αγαπημένη μου εικόνα: Έκλεισα τα μάτια και ήμουν με τα πόδια στη θάλασσα πίσω, στο ground zero. Παιδί, ένα απόγευμα, αποκαμωμένος από τα χιλιόμετρα πάνω στο ποδήλατό μου. Και ήταν η θάλασσα όπως πάντα μου άρεσε, ήταν το αεράκι γεμάτο λόγια αγάπης.
Ήξερα ότι αυτό που μου συνέβαινε ήταν το πρώτο χτύπημα από μια σειρά εναλλαγών που θα με εξόντωναν όπως ένα γυάλινο δοχείο σε συνεχείς εναλλαγές ζεστού και κρύου νερού.
Αυτό ήταν το concept, έτσι ήταν οι εφιάλτες μου. Στην αρχή το θεώρησα ένα μηχανισμό αντιστάθμισης της θλίψης και της οργής – δεν ήταν έτσι. Το ζεστό/κρύο θα με ράγιζε μια και καλή.
Όταν σε έφερα για πρώτη φορά εδώ ήθελα τόσα πολλά να σου πω, να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το μέρος για μένα, ποια κομμάτια μου έχουν μείνει σε αυτά τα βράχια, ποια αιωρούνται πάνω από τα κύματα. Να σου εξηγήσω ότι αυτό το τοπίο είναι αυτό που διαδέχεται τον τρόμο και σου πιάνει το χέρι στοργικά δείχνοντάς σου το μονοπάτι της παράνοιας.
Αλλά δεν θα καταλάβαινες και σε αγαπούσα πάρα πολύ για να σε βυθίσω στο σκοτάδι.
Chapter -9
Η Έλενα με κοιτούσε με βλέμμα που κινούνταν μεταξύ ειλικρινούς απορίας και τρόμου. Συγκεκριμένα εκείνο το είδος τρόμου που σε καταλαμβάνει όταν συνειδητοποιείς την απόσταση μεταξύ αυτού που νόμιζες ότι έχεις απέναντί και αυτού που υφίσταται στην πραγματικότητα.
Τη συμπόνεσα ειλικρινά – θυμήθηκα τις δικές μου εκδοχές τότε που με είχες αφήσει να συνεχίζω μόνος μου την κοινή μας ιστορία. Τότε που, μη μπορώντας να αντέξω το ενδεχόμενο να σε χάσω, κλωνοποίησα το είναι σου, στην καλύτερη φάση του παγώνοντάς το βαθιά μέσα μου.
Κάθισα στην πολυθρόνα και έμεινα να κοιτάζω το πάτωμα. Άλλη μια έκρηξη διέκοψε την ησυχία. Μέσα σε ένα παράλληλο παραλογισμό απολάμβανα αυτές τις στιγμές. Ένιωθα ότι ήταν ποτισμένες με την ειλικρίνεια του τέλους.
Ξέρεις, δεν άξιζες την προσοχή μου – αλλά fuck, δεν αποφασίζεις εσύ από κάποιο σημείο και μετά. Έτσι ερωτεύεσαι. Σε ερωτεύτηκα στη σκοτεινή εκδοχή αυτού του συναισθήματος. Εκεί που όλα σου φωνάζουν ότι η μια επιπλέον επιλογή θα είναι και αυτή λανθασμένη. Αύξον οριακό λάθος.
Αυτό που γκρεμίζει τα πάντα στο τέλος είναι το βίαιο ξύπνημα από ένα απίστευτα μοναχικό λήθαργο. Και εκεί, στα πρώτα δευτερόλεπτα αναρωτιέσαι αν είχες ποτέ παρέα.
_Το νιώθω, μη με ρωτήσεις πώς, μας πλησιάζει. Και θα είναι αυτή η πόλη η αρχή μιας σειράς ανακατατάξεων στο χάρτη. Είμαστε τόσο τυχεροί μέσα στην ατυχία μας. Είμαστε εδώ, αποτέλεσμα διαδοχικών επιλογών, θα φύγουμε πρώτοι, εμάς θα θυμούνται.
Η Έλενα άνοιξε τα μάτια της όσο μπορούσε λες και θα απορροφούσε τον παραλογισμό μου πιο γρήγορα.
_Δε θα γίνει τίποτα – όλα μέσα στο μυαλό σου είναι.
Κι όμως, κάθε δευτερόλεπτο παρέσερνε και ένα pixel που βρισκόταν μπροστά από την όλη εικόνα. Δε θα μπορούσα να την κάνω να καταλάβει – ήμουν τόσο απασχολημένος να τοποθετώ αυτό το χείμαρρο πληροφοριών μέσα στο μυαλό μου που οτιδήποτε άλλο φάνταζε δευτερεύον και ανούσιο.
Ήθελα ξαφνικά να της πω την αλήθεια. Για όλα. Αλλά με πρόλαβε η σκέψη, το ερώτημα: Αφήνεις τον άλλο να πιστεύει ότι τον αγάπησες πραγματικά ή του δίνεις το τελειωτικό χτύπημα αλήθειας ; Τελικά, για ποιόν είναι καλύτερα ; Για μένα ή για εκείνη ;
Πώς λες σε κάποιον ότι ήταν σύντροφος σε μια αναμονή του μοναδικού ανθρώπου που αγάπησες ; Πώς του λες ότι ήταν καθισμένος δίπλα σου στο παγκάκι ενός φανταστικού σταθμού, κρατώντας σου παρέα, φέρνοντάς σου καφέ, περιμένοντας ένα τρένο που ποτέ δεν εμφανίστηκε ; Εκείνες τις στιγμές τι μετρά πιο πολύ ; Η ψυχή δίπλα σου ή το τρένο που χάθηκε ;
Ξάπλωσα στον καναπέ πραγματικά εξουθενωμένος από τα παιχνίδια του μυαλού μου. Ταξίδεψα σε ένα μεγάλο θέατρο και καθισμένος σε μια μεγάλη κόκκινη πολυθρόνα κοιτούσα τη σκηνή, τις αυλαίες που ανοιγόκλειναν, τα φώτα που αναβόσβηναν μέσα σε μια εξωπραγματική σιωπή. Υπό κανονικές συνθήκες σε εκείνο το σημείο είναι που το χάνεις, κόβεις το νήμα που σε κρατά στη στοιχειώδη λογική και δέχεσαι αβίαστα την παράνοιά σου.
Αλλά εγώ ήμουν εκεί, απόλυτα συγκροτημένος και ίσως πιο διαυγής από κάθε άλλη φορά στη ζωή μου. Γιατί ήξερα τι υπήρχε πίσω από τις κουρτίνες που κινούνταν σαν τρελές.
Έκλεισα τα μάτια και βυθίστηκα στο σκοτάδι. Ήξερα ότι σήμερα δεν θα έβλεπα κανένα όνειρο. Κανένα εφιάλτη – όλα βγήκαν με μια κίνηση και κάθισαν δίπλα μου, γύρω μου.
Και ήταν ένας πραγματικά ξεκούραστος ύπνος.
Chapter – 10 (final)
Ξέρεις, πάντα κάτι μένει στη μέση, δεν υπάρχουν πλήρεις κύκλοι. Μόλις ο ένας πάει να κλείσει, εκεί λίγο πριν την ανάσα ανακούφισης, ξεκινάει ο επόμενος. Και κοιτάζοντας το όλο σχήμα από μακριά μοιάζει να μην έχει νόημα, ένα χαοτικό πλήθος γραμμών.
Θυμάμαι εκείνο ο φεγγάρι στη θάλασσα – μου κρατούσες το χέρι σφιχτά, ανοιγοκλείναμε τα μάτια μας σαν κλείστρα μηχανής προσπαθώντας να αποτυπώσουμε το είδωλο τόσο βαθιά μέσα μας που ποτέ και κανείς δε θα μπορούσε να το βρει. Και θα ήταν το δικό μας φεγγάρι, βγήκε πίσω από τα βουνά για να μας χαμογελάσει, να συμπληρώσει το άλμπουμ των στιγμών μας.
Οι ερωτήσεις δεν έχουν νόημα πλέον. Τι έγινε, πώς χάθηκες, γιατί είμαι εδώ, τι θα μπορούσε να είχε γίνει. Άσχετα όλα. Σε αφήνω με ένα «σε αγαπώ» – κι ας μου είχες πει ότι στο είχα πει πολύ νωρίς.
Οι δρόμοι το επόμενο πρωί ήταν άδειοι, τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας είχαν κλείσει τον κόσμο σπίτι. Στις ειδήσεις άκουγα ότι παρόμοια επεισόδια έγιναν και σε άλλες πόλεις. Χαμογέλασα. Αυτό που γίνεται τώρα εδώ, θα γίνει παντού. Απλά εδώ το μέλλον τρέχει πιο γρήγορα.
Ανυπόμονος, όπως ήμουν πάντα, ήθελα να το δω από την πρώτη θέση, σαν παιδάκι που ανοίγει τα μάτια διάπλατα για να ρουφήξει όλες τις εικόνες ενός κόσμου που έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται μπροστά του.
Προσωρινά κάθε πτήση απαγορευόταν από την πόλη. Οι Έξω είχαν νικήσει στο πιο στρατηγικό σημείο: Στο φόβο. Αν καταφέρεις και περάσεις το φόβο στον αντίπαλο είσαι half way στο να τον νικήσεις.
Η Έλενα φαινόταν προβληματισμένη με την κατάσταση – εκνευρισμένη που οι αρχικοί φόβοι μου είχαν αντίκρισμα. Τώρα που περίμενα τις εξελίξεις με ένα ήρεμο χαμόγελο, έδειχνε ακόμη πιο τρομαγμένη.
Το μεσημέρι ξεκίνησε – επιθέσεις από παντού. Από την ενδοεπικοινωνία της πόλης ακούγονταν μηνύματα κατεύθυνσης των κατοίκων προς ειδικά καταφύγια.
-
Ξέρεις τι – ήμασταν μαζί από την αρχή του κόσμου. Τρέξαμε να κρυφτούμε σε καταφύγια σε όλους τους πολέμους, μας χώρισαν, πεθάναμε. Τα κορμιά μας χάθηκαν στη λάσπη, ακούσαμε τις σφαίρες λίγο πριν κλείσουμε τα μάτια και δώσουμε ραντεβού για μια επόμενη ζωή. Και είχες πάντα το ίδιο χαμόγελο όταν σε έβλεπα να με πλησιάζεις από μακριά. Το ίδιο χαμόγελο, αιώνες τώρα.
-
_Πάμε να φύγουμε – δεν είμαστε ασφαλείς εδώ.
Ξεκινήσαμε να τρέχουμε μαζί με τους άλλους προς μια παλιά πολυκατοικία – καμουφλαρισμένη είσοδο. Κατεβήκαμε κάτω, πράσινα πλακάκια, άντρες με όπλα παντού με πρόσωπα τρομαγμένα κάτω από τις μάσκες HUD. Έβλεπα κάτω από τις πληροφορίες που περνούσαν από μπροστά τους, την αγωνία, την εγρήγορση.
Οι πόρτες πίσω μας έσπασαν, αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα σε ένα καταιγισμό πυρών. Κατεβήκαμε σε μια παλιά στοά μετρό, ήμασταν πάνω από διακόσια άτομα, μανάδες, γέροι, παιδιά. Ουρλιαχτά κλάμα, ποδοβολητό κάτω από τον ήχο των αυτόματων που πλησίαζαν. Η Έλενα φώναζε ότι θα βγούμε έξω στον επόμενο σταθμό.
Ένιωθα τις παλιές ράγες κάτω από τα πόδια μου να τρέμουν μέχρι που είδα μια πύρινη μάζα, ένα φλεγόμενο βαγόνι να έρχεται προς το μέρος μας. Για μια στιγμή σάστισα, ξύπνησε το ένστικτο τις αυτοσυντήρησης. Τράβηξα την Έλενα σε μια αρκετά μεγάλη σχισμή στον τοίχο. Η Έλενα φώναζε να τρέξουμε, ο κόσμος δεν έφευγε από τη μέση.
Η πύρινη μάζα ήταν πλέον πολύ κοντά και τότε μόνο ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να χωθούν στις άκρες τις σήραγγας, όπου υπήρχαν, για να μην παρασυρθεί.
Η σήραγγα όμως ήταν πολύ μικρή και οι ταυτόχρονη σκέψη στο μυαλό όλων έφερε ένα απόκοσμο ουρλιαχτό. Ο θάνατος πάνω από αυτό τον όχλο ενορχήστρωνε αυτή την παρανοϊκή χορωδία για μερικά δευτερόλεπτα ακόμη… Η πύρινη μάζα παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμα της – μόνο οι ελάχιστοι τυχεροί που βρήκαν παρόμοιες εγκοπές στις άκρες του τούνελ, γλίτωσαν. Εμείς με μικρά εγκαύματα βγήκαμε πάλι έξω κοιτάζοντας αποχαυνωμένη την πύρινη μπάλα που απομακρυνόταν για το πουθενά, για το τίποτα.
Η Έλενα γονάτισε και άρχισε να κλαίει με λυγμούς κοιτάζοντας τα διαμελισμένα κορμιά στις άκρες των γραμμών. Τη σήκωσα απότομα και φωνάζοντας της να μην κοιτάζει πουθενά τρέξαμε προς τον επόμενο σταθμό. Αλλά είχα αρχίσει να τη χάνω, η παράνοια άρχιζε να ροκανίζει το μυαλό της. Αυτός ο όγκος των εικόνων σε γονατίζει αν δεν έχεις προετοιμαστεί για αυτόν.
Εγώ τα είχα ξαναδεί αυτά, κάπως αλλιώς, κάπου αλλού. Μου κρατούσαν συντροφιά τη νύχτα, με τίναζαν από το κρεβάτι μου. Με σκότωναν αργά – αυτό το λίγο που απέμεινε ήταν καθαρά διαδικαστικό ζήτημα πλέον.
Φτάνοντας στον επόμενο σταθμό τα πράγματα φαίνονταν σχετικά ήρεμα – ανησυχητικά ήρεμα. Οι ήχοι των όπλων ακούγονταν από πάνω. Δεν είχα καμία ιδέα ποιος είχε το πάνω χέρι. Δεν είχα καμία ιδέα πώς ξεκίνησε όλο αυτό και που στο διάολο είχαν βρει τόσα πολλά όπλα, πώς είχαν οργανωθεί πώς, πώς, χιλιάδες ερωτήσεις οι οποίες ακαδημαϊκό χαρακτήρα είχαν μόνο.
Σκατά τα είχαμε κάνει όλα. Δε βελτιώσαμε την ιστορία, χιλιάδες χρόνια. Το ίδιο story, viva la revolution, o πληθυσμός του πλανήτη δε μπορεί να αυξάνεται για πάντα. Απλά, δε χωράμε όλοι. Βγαίνουν τα όπλα, τα πηδάμε όλα, τα ισοπεδώνουμε για να χτίσουμε κάτι άλλο – μέχρι να γκρεμιστεί και αυτό. Από εμάς τους ίδιους πάλι. Θα βελτιώσουμε την τεχνολογία, θα αλλάξουμε τις δομές που θα χρησιμοποιήσουμε για να εξοντώσουμε μια άλλη ομάδα.
Σήμερα ήταν τα Τείχη, χθες ήταν κάτι άλλο.
Η πρώτη σφαίρα πέρασε ξυστά από το κρανίο μου χτυπώντας την Έλενα λίγο κάτω από το λαιμό.
Δεν ήμασταν στους κερδισμένους, λίγα μέτρα πιο πάνω.
Οι άνθρωποι μας προσπερνούσαν έπεφταν στα πατώματα, έψαχναν τη σωτηρία.
Τράβηξα την Έλενα σε μια άκρη πίσω από μια μεγάλη κολώνα, αφήνοντας πίσω μας μια γραμμή από αίμα. Την αγκάλιασα σφιχτά όπως δεν την είχα αγκαλιάσει ποτέ σε όλη μου τη ζωή. Άφησα τα δάκρυα μου να κυλήσουν πάνω στο νεκρό σώμα της. Τα παλιά φώτα του σταθμού πάνω από τα κεφάλια μας τρεμόπαιζαν, οι ήχοι χάθηκαν μέσα μου, έκλεισα τα μάτια και ένιωθα το ζεστό αίμα να ποτίζει τα χέρια μου, το σώμα μου.
Έκλεισα τα μάτια, γύρισα για λίγο στο Ground Zero. Παιδάκι – να παίζω με τα πόδια μου στη θάλασσα, να ξαπλώνω και να κοιτάζω τον ουρανό που άλλαζε χρώμα καθώς σουρούπωνε.
Κανείς δεν έβγαινε στην επιφάνεια, τα κορμιά έπεφταν πίσω στις σκάλες. Μπορούσα να δω σχεδόν να δω τις ψυχές που έφευγαν μέσα από τα κορμιά.
Περίμενα να τρομοκρατηθώ όταν είδα τους μανιασμένους νικητές της μάχης, να ποδοπατούν αυτά τα κορμιά φυτεύοντας βόμβες στις κολώνες του σταθμού. Αλλά όλα πήγαιναν τόσο, μα τόσο γρήγορα τώρα.
-
Καθώς έσβηναν όλα γύρω μου, άκουσα από κάπου μακριά εκείνο κομμάτι που έπαιζε σε εκείνη την παραλία, εκείνο το απόγευμα που ξαπλωμένοι αγκαλιά στη ζεστή άμμο γελούσαμε με ένα ζευγάρι που προσπαθούσε ανεπιτυχώς να παίξει τένις.
Και τρέξαμε στη θάλασσα και περιμέναμε τον ήλιο να δύσει.
Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο πονηρά και αφού βυθίσαμε τα κεφάλια μας κάτω από την επιφάνεια περιμέναμε τον ήλιο να βουτήξει. Ναι, το ηλιοβασίλεμα θα συνέχιζε και κάτω από την επιφάνεια.
Είχαμε τους δικούς μας κανόνες, πέρα από τη γη, πέρα από κάθε τι λογικό, πέρα από κάθε γραμμένο βιβλίο, πέρα από όλη τη γνώση του κόσμου.
ΤΕΛΟΣ
-
-
-
-