Ground Zero – Chapters 1…5

Chapter – 1

Καθισμένος στην αίθουσα αναμονής, περίμενα την ώρα επιβίβασης παίζοντας με το κινητό μου, ψάχνοντας άκρη στο ασύρματο δίκτυο του αεροδρομίου.

Ήταν απόγευμα και ο ήλιος παιχνίδιζε ανάμεσα στα παράθυρα των αεροπλάνων που αναχωρούσαν. Αντίλαλος ανακοινώσεων, υπερβολικά καθαρό περιβάλλον, θα έλεγες, αποστειρωμένο.

Προχώρησα μέχρι την άκρη σκεφτόμενος ότι ήθελα απεγνωσμένα να κάνω ένα τσιγάρο. Λες και αυτό το τσιγάρο θα με έκανε να εκτιμήσω καλύτερα τον ήλιο που έδυε έξω από το τεράστιο γυάλινο πάνελ, πίσω από τα βουνά.

Όλο το πρωί η βροχή έπεφτε έξω από το παράθυρο του σπιτιού μου και χαμογέλασα για μερικά δευτερόλεπτα με τι σκέψη ότι αν είχε πράσινο χρώμα θα ήταν σαν κώδικας στο matrix και θα έβγαινα έξω να δεχθώ όλη αυτή την πληροφορία να μουσκεύει και το τελευταίο εκατοστό βαθιά μέσα μου.

Φεύγω. Και σε αυτή τη σκηνή της ζωής μου, αντίθετα με τις ταινίες, δεν υπάρχουν μουσικές να καλύψουν τη σιωπή. Δεν υπάρχει αυτό το γλυκό πιάνο που ντύνει τη μοναξιά και μετριάζει κάπως την εικόνα των άδειων τοίχων, την προοπτική της βαλίτσας που στέκει ετοιμοπόλεμη στη γωνία της κρεβατοκάμαρας.

Μισοκλείνω τα μάτια και ακουμπώ με την άκρη των δακτύλων μου ένα τοίχο που είχε φωτογραφίες από τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής μου. Στιγμές χαρούμενες, δημιουργικές, στιγμές που αξίζει να διηγηθείς σε ένα φανταστικό εγγόνι, στιγμές που όλα δείχνουν σωστά και όλα έχουν νόημα.

Το παρκέ τρίζει κάτω από τα πόδια μου. Με βάρυναν οι σκέψεις, οι μνήμες, οι απογοητεύσεις. Κοιτάζω από ψηλά όλα τα σταυροδρόμια μου, αλλά είναι τόσα πολλά και είναι τέτοια οι απόσταση που μου θυμίζει ένα απόλυτα μπλεγμένο ιστό που δεν ακολουθεί κανένα μοτίβο, δεν έχει κανένα νόημα.

Στο ταξί προσπαθούσα να θυμηθώ κομμάτια που περιελάμβαναν σκηνές σαν αυτή που βίωνα. To Children του Robert Miles,  το Englishman in New York του Sting.

Μπαίνοντας στο μικρό λεωφορείο για το αεροπλάνο είχε σχεδόν νυχτώσει. Έκλεισα το κινητό, οι άνθρωποι που δε με θυμούνται δε νομίζω να αλλάξουν γνώμη τώρα ή στην τελική ας περιμένουν όπως τους περίμενα και εγώ.

Καθώς απογειωνόμασταν κοιτούσα τη θάλασσα που απομακρυνόταν γρήγορα. Ένα βαθύ σκούρο πλέον, χρώμα που ταίριαζε απόλυτα με το βαθύ μωβ της νύχτας που ερχόταν.

Η αεροσυνοδός με αυστηρό κότσο και χαμογελαστό μουτράκι έγινε το αντικείμενο πόθου του διπλανού μου φαντάρου ο οποίος κρατιόταν από το κάθισμα, μάλλον πρώτη φορά σε αεροπλάνο.

Κοιτάζοντας το κόκκινο φωτάκι στην άκρη του φτερού έπαιζα ένα παιχνίδι με τη μνήμη μου. Κάθε φορά που αναβόσβηνε και μια εικόνα. Θα μετρούσα στο τέλος ποια φάση τη ζωής μου έχει τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση. Τι με στιγμάτισε, με οποιαδήποτε χροιά.

Ναι, ήταν η ζωή μου στο νησί.

Το είχα γράψει στο τελευταίο μου βιβλίο. Είναι εκείνο το ακρωτήρι, εκείνη η άκρη, το ground zero. Αν ήμουν πιόνι, αυτό είναι το σημείο αφετηρίας. Εκεί καθαρίζουν όλα, σταματά ο χρόνος. Μόνο ο ήχος από το κύμα σου θυμίζει ότι δεν ταξιδεύεις για ένα παράλληλο σύμπαν. Βγαίνουν σε μικρογραφίες όλες οι εικόνες έξω από σένα και απομακρύνονται συνέχεια, όλο και πιο μακριά, μέχρι που κάθε εικόνα είναι μια απειροελάχιστη ψηφίδα.

Αλήθεια, δεν περίμενα να δω το πρόσωπό σου στο τέλος.

Δεν περίμενα ότι εκατομμύρια εικόνες θα είχαν τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίσουν εκείνη τη φωτογραφία που σου είχα βγάλει στο τελευταίο μας ταξίδι στο Λονδίνο.

Ένιωσα παράξενα, γιατί εκεί ένιωσα πώς ηττήθηκα, αδυνατώντας να σε σβήσω από το μυαλό μου. Μέσα από αυτό όμως λυτρώθηκα, ηρέμησα, σταμάτησα να το παλεύω.

Τώρα είμαι σε ένα αεροπλάνο για κάπου μακριά, κάπου αλλού. Για μια νέα αρχή.

Είχες όλο το χρόνο μπροστά σου, ξέρεις. Σχεδόν δέκα χρόνια. Σχεδόν 3 βιβλία.

Αλλά ποτέ δεν κατάλαβες. Έψαχνες κάτι άλλο θεωρώντας δεδομένη την ύπαρξή μου. Ήμουν κάπου στην άκρη, κάβα, σε περίπτωση που δεν έβρισκες αυτό που έψαχνες.

Δεν το βρήκες, δεν σε βρήκα.

Και έγινες μια φωτεινή κουκίδα στα φώτα της πόλης που απομακρύνονταν έξω από το παράθυρό μου. Η φωνή σου καλύφθηκε από τους κινητήρες του airbus και η ταχύτητα που αισθάνομαι στο στομάχι μου καθώς κερδίζουμε ύψος, σκορπάει όλες τις στιγμές μας.

Στο τελευταίο μου διήγημα σου είπα ότι αυτό το μικρό φως θα είναι εκείνο που θα με οδηγήσει πάλι στην αγκαλιά σου. Ναι, σε αγαπούσα ακόμη.

Ξέρεις, όλοι έχουμε κάποιον εκεί έξω. Πιστεύω στο «άλλο μισό», όχι με τη ρομαντική οπτική. Ειδικά όταν στις περισσότερες περιπτώσεις δεν το βρίσκεις.

Σκέψου να μπορούσα να βλέπω από εδώ πάνω αυτές τις μοναχικές ψυχές που ξεροσταλιάζουν στη γωνία ενός μπαρ, μπροστά σε μια οθόνη, σε ένα άδειο δωμάτιο.

Θα είχες χαθεί και εσύ κάπου ανάμεσά τους ψάχνοντας για το δικό σου όνειρο.

*

Αφήνοντας το σώμα μου να ταξιδεύει 30.000 πόδια πάνω από τον ωκεανό, γύρισα στο ground zero. Το είχα περιγράψει ως το στίγμα μου στο χώρο και στο χρόνο. Ίσως δεν είχα συνειδητοποιήσει τη σημασία του, ίσως δε μου είχε αποκαλυφθεί νωρίτερα.

Ευτυχία, θλίψη, αδιέξοδο ταξίδευαν στα κύματα λίγα μέτρα μακριά μου. Οι αναμνήσεις στροβιλίζονταν στον αέρα. Μέσα μου όμως δεν υπήρχε τίποτα. Άφησα τις βαλίτσες που κουβαλούσα τόσα χρόνια, ξεκούρασα τους ώμους και αφέθηκα να θαυμάζω το μονοπάτι που χάραζε ο ήλιος στη θάλασσα.

Και κλείνοντας τα μάτια μου ερχόντουσαν οι απαντήσεις. Στην αρχή αργά μετά με εξωπραγματικές ταχύτητες. Τις ένιωθα σαν ηλιαχτίδες που διαπερνούσαν το σώμα μου και άφηναν μικρά σωματίδια φωτός, συντεταγμένες πορείας που θα ακολουθούσα από εδώ και στο εξής.

Ναι, έχω πορεία πλέον, χαραγμένη στο μυαλό μου, ζωγραφισμένη μπροστά στα μάτια μου.

Chapter -2

Ενώ γύρω μου ήξερα ότι υπήρχαν εκατομμύρια χρώματα, τα μάτια μου κράτησαν ελάχιστα από αυτά, δημιουργώντας ένα film noire για τις στιγμές που περνούσαν μέχρι να έρθει.

Η διαδρομή από το αεροδρόμιο μέχρι το σταθμό τρένου που θα συναντούσα ήταν κουραστική: Δεν κατάφερα να σκεφτώ τι θα της πω, ποιες θα είναι η πρώτες λέξεις, τι μουσική θα παίξει μέσα στο κεφάλι μου όταν με κοιτάξει.

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, σε άλλο μέρος, άλλο φόντο, άλλο σκεπτικό. Πολλά πράγματα άλλαξαν μέσα μας και έξω από εμάς στον κόσμο.

Το βλέπω γύρω μου στους ανθρώπους που περπατούν βιαστικοί σέρνοντας τις βαλίτσες τους, με βλέμματα χαμηλωμένα στο κίτρινο πλακάκι του σταθμού. Έκλεψα λίγο χρόνο και κοιτούσα το οικοδόμημα: Ένα τεράστιο κτίριο σαν στρατιωτική αποθήκη με μεταλλικές δοκούς στην οροφή που στήριζαν ένα ημιδιάφανο σκέπαστρο. Και ακριβώς από κάτω του αρκετά ολογράμματα διαφημίσεων που όλα κοιτούσαν προς τα κάτω.

Κάπου τα έχω ξαναδεί αυτά, έχω πάντα την αίσθηση ότι σε κοιτάζουν στα μάτια, ότι απευθύνονται σε σένα. Ωραίο concept αρχικά, αλλά εξαντλήθηκε όταν οι δισδιάστατες τηλεοράσεις έγιναν μακρινή ανάμνηση. Νιώθεις ότι αυτά τα τρισδιάστατα δημιουργήματα παρακολουθούν κάθε σου κίνηση. Ναι, το θυμάμαι καλά, ψηφίστηκε νόμος να τοποθετούνται αρκετά μέτρα από το έδαφος μια και στην αρχή γινόταν μπάχαλο.

Πιάστηκε ο λαιμός μου και αποφάσισα να επιστρέψω τη ματιά μου στο έδαφος. Άρχισα να την ψάχνω, πράγμα δύσκολο μέσα σε ένα πλήθος που ήταν ντυμένο σε ένα χρωματικό κώδικα.

«Καλώς ήλθες»

Ένιωσα μια μικρή ζάλη γυρίζοντας το κεφάλι μου. Το περίμενα κάπως αλλιώς, κάπως χαλαρότερα, περίμενα να βαδίσει στο δικό μου οπτικό πεδίο, να υπολογίσω για λίγα δευτερόλεπτα τις αλλαγές πάνω της.  

Αρκέστηκα σε ένα χαμόγελο. Αν κάποιος με έβλεπε από απόσταση σίγουρα κραύγαζα μια αύρα αμηχανίας.

«Πάμε»

Πλησιάζοντας προς την έξοδο είχε αρχίσει να βρέχει, Νοέμβρης, κίνηση, λάσπη, λερωμένα αυτοκίνητα και ομπρέλες, άπειρες ομπρέλες που από κάποιο σημείο και μετά νόμιζες ότι προχωρούσαν μόνες τους.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και απλά κολλήσαμε στην κίνηση.

«Δεν είναι μακριά το σπίτι μου από εδώ. Είχες καλό ταξίδι ;»

«Ναι, λίγο κουραστικό από το αεροδρόμιο μέχρι εδώ»

«Έχουν κλείσει τα πάντα σήμερα, έγιναν πάλι επιθέσεις έξω από την πόλη. Πολλοί φοβούνται ότι δεν θα σταματήσουν απλά στα σύνορα. Γιατί ήρθες εδώ;»

Η τελευταία ερώτηση με ξάφνιασε. Για ένα δευτερόλεπτο ένιωσα ανεπιθύμητος αλλά από το αμυδρό χαμόγελό της κατάλαβα ότι φοβόταν για μένα, φοβόταν για μας, φοβόταν για την πόλη.

«Ήρθα για να σε υπερασπιστώ όταν έρθει το κακό. Να κάνω και μια καλή πράξη στη ζωή μου»

«Τα παράτησες όλα τελικά ε ;»

«Ναι»

«…αλλά δε θέλεις να μιλήσεις για αυτό, φαντάζομαι»

«Όχι»

«Ο

Το σπίτι της ήταν στον τελευταίο όροφο μιας έρημης πολυκατοικίας με θέα στο λιμάνι. Είχα έρθει εδώ πριν αρκετά χρόνια, το θυμάμαι να σφύζει από ζωή, εκατοντάδες πλοία, γερανοί, φορτηγά. Τώρα έχουν μείνει ελάχιστα τα οποία ταξιδεύουν μόνο σε κοντινούς και ασφαλείς προορισμούς. Αλήθεια, ο κόσμος άλλαξε, έγινε πιο επικίνδυνος. Και εμείς πιο σκυθρωποί, τα πρόσωπά μας σκοτείνιασαν, τα ρούχα μας σκούρυναν, η σκέψη βάρυνε.

Η βροχή είχε σταματήσει και ένα αμυδρό φως περνούσε μέσα από τα στόρια δημιουργώντας αυτές τις λωρίδες φωτός στους τοίχους. Αυτές που σε αποπροσανατολίζουν από το να δεις άλλες λεπτομέρειες του σπιτιού, να βγάλεις ένα πρόχειρο συμπέρασμα από την ψυχή που κατοικεί σε αυτό.

«Make yourself comfortable» με μια προφορά που μαρτυρούσε τα 15 χρόνια στο Portsmouth, 15 χρόνια από τότε που αποφάσισα να φύγω και από εδώ για να γυρίσω στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω μου μια σίγουρη ακαδημαϊκή καριέρα.

«Πώς αισθάνεσαι πού γυρίζεις εδώ ;»

«Κάνουν ακόμη εκείνο το μεταπτυχιακό στο Forensic Information Systems ;»

«Ω ναι, αν και δεν έχει τόσο ενδιαφέρον από τότε που τμηματοποιήθηκε ο ιστός και τα WAN περιορίστηκαν σε επίπεδο χώρας. Ας πούμε ότι οι κυβερνοεγκληματίες βαρέθηκαν να κόβουν βόλτες στην ίδια γειτονιά και σταμάτησαν».

Κοιτούσα τον πάγο που έλιωνε στο ποτήρι μου, το σήκωσα ψιλά το έφερα κοντά σε μια αχτίδα φωτός και παρατηρούσα τις αντανακλάσεις.

«Τι λέει η Ελλάδα;»

«Δε λέει – ξέρεις, άφησα ένα μεγάλο μου κομμάτι εκεί»

«Επιλογές, …επιλογές»

«Λάθη, … λάθη» είπα.

Το απόγευμα μας βρήκε γυμνούς στο κρεβάτι παλεύοντας να βρούμε τις χαμένες αλήθειες, να καλύψουμε το χρόνο που πέρασε.

«Δεν άλλαξες»

«Κι όμως…»

Ο ήχος μιας σειρήνας ξεχώρισε μέσα στη βροχή που είχε ξαναρχίσει. Χώθηκα στην αγκαλιά της  και έκλαψα σα μικρό παιδί που του είχαν σπάσει το αγαπημένο παιχνίδι του μπροστά στα μάτια του. Ένιωθα πώς έκανα χιλιάδες μίλια μόνο και μόνο για να κλάψω σε μια αγκαλιά.

Και εκείνη το ήξερε, το κατάλαβε και με εκνεύριζε σε ένα επίπεδο το γεγονός ότι ήταν και είναι εκεί για μένα. Έκανε πίσω σε όλες τις παλαβομάρες μου, με στήριξε στα συχνά ακατανόητα θέλω μου, παρακολουθούσε από μια σκοτεινή γωνία τη ζωή μου.

Και εκεί μέσα στο σκοτάδι είδα ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της, μάλλον αυτάρεσκο, το χαμόγελο της νίκης.

Ναι, είχε νικήσει.

Chapter -3

To πρωί με βρήκε να κόβω βόλτες στο λιμάνι.

Προσπαθούσα να εστιάσω σε εικόνες, σε οτιδήποτε θα μπορούσε να με πάρει μακριά από τις σκέψεις μου. Σκέψεις που είχα την κρυφή ελπίδα ότι είχα αφήσει πίσω στην Ελλάδα.

Πρέπει κάποτε να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι δεν υπάρχει νέα αρχή. Ίσως μόνο σε μια άλλη ζωή. Πουθενά αλλού. Παράτησα τη δουλειά μου, άλλαξα χώρα. Αλλά είμαι ακόμη εγώ. Είμαι οι μνήμες και οι εικόνες μου.

Ύστερα είναι αυτοί οι συνειρμοί: Τι αγάπησα πίσω στην Ελλάδα, τι μου έλειψε από εδώ. Προσπαθώ να τα συνδυάσω σε μια ίσως μάταιη προσπάθεια να μη γεννηθεί η ανάγκη να γυρίσω πίσω. Δέχομαι ωστόσο ότι ένα κομμάτι μου είναι στο ground zero και ατενίζει τη θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα.

Η πόλη έχει αλλάξει: Η κατάσταση εδώ είναι χειρότερη από αυτή που περίμενα. Κάτω από φαινομενικά αθώους περιπάτους, οι άνθρωποι είναι φοβισμένοι. Όταν η μεγάλη Κρίση έφτασε στο αποκορύφωμά της οι σχετικά προνομιούχες τάξεις κλείστηκαν στις πόλεις τις οποίες και οχύρωσαν. Αλλά αυτό δε συνέβη με την ίδια «ένταση» σε όλο τον κόσμο. Σε κάποιες χώρες ο τρόπος που χωρίζονται οι πόλεις χαρακτηρίζεται ως ακραίος, σε κάποιες άλλες, όχι.

Είναι ένα σύνθετο τοπίο το οποίο ποτέ δεν κατάλαβα ουσιαστικά. Η παγκόσμια ορολογία για τον κόσμο έξω από τα τείχη στις μεγάλες χώρες, ήταν “outers”. Κάποιοι έφυγαν οικειοθελώς, κάποιοι εκδιώχθηκαν. Αλλά και αυτό είναι θολό. Δε γνωρίζει κανείς αν έγινε έτσι ή αν απλά οργανώθηκαν μόνοι τους. Η αλήθεια έμεινε κάπου ανάμεσα στα blogs και σε ό,τι οι κυβερνήσεις αποφάσισαν να μοιραστούν.

Η ουσία είναι ότι υπάρχει πάντα ο φόβος του να ξεσπάσει μια νέα ταξική πάλη. Έχω την τύχη να έχω ζήσει και τις δύο εποχές οπότε αυτός ο διαχωρισμός ποτέ δεν «κάθισε» καλά μέσα μου.  

Η Ελλάδα χωρίστηκε από τις γειτονικές της χώρες. Στο εσωτερικό της δε χτίστηκαν τείχη, ωστόσο οι αντιφρονούντες και αυτοί που δεν άντεξαν την οικονομική κατάρρευση απομακρύνθηκαν χαλαρά προς περιοχές μακριά από την Αθήνα. Κάτι σαν εσωτερική μετανάστευση: Οι εύπορες τάξεις μετακινήθηκαν στις πόλεις, στα μεγάλα κέντρα. Οι υπόλοιποι γύρισαν στα χωριά τους και φύτευαν ή κυνηγούσαν την τροφή τους. Τόσο απλά. Ο διαχωρισμός των τάξεων ήταν πιο εμφανής από κάθε άλλη φορά.

Εδώ όμως το είχαν τραβήξει αρκετά. Τα μεγάλα κέντρα σχεδόν οχυρώθηκαν και πετούσαν από το εσωτερικό τους ζητιάνους και μετανάστες.

Ως μέλος μια σχετικά εύπορης τάξης δεν είχα και πολλές επιλογές. Έμενα στο κέντρο. Δεχόμουν όμως ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα οι outers να ανασυνταχθούν, κάπως, και να κάνουν τις πόλεις εμπόλεμες ζώνες.

Εγώ προσωπικά καταλάβαινα το όλο concept.

Από το λιμάνι έβλεπα τα μεγάλα τείχη που υψώνονταν εκατοντάδες μέτρα πάνω από το έδαφος. Γκρίζα και άσχημα με πύργους ανά εκατό μέτρα που το βράδυ έψαχναν με τεράστιους προβολείς για κόσμο που θα προσπαθούσε να εισχωρήσει στην πόλη.

Ένιωθα ότι οι κάτοικοι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι κανένα τείχος δεν μπορεί να σταματήσει την ανθρώπινη οργή. Τα high tech ναρκωτικά έδιναν και έπαιρναν, παίζοντας πρωταρχικό ρόλο στην αποχαύνωση των ανθρώπων των Κέντρων. Ο Ιστός έπαιζε και αυτός το ρόλο του.

Το Internet και οι εφαρμογές «κοινωνικής δικτύωσης» που ξεκίνησαν πριν από πενήντα περίπου χρόνια άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούσαν.

Οπότε κάπως ήρθε και έδεσε. Κλειστήκαμε στις πόλεις και στις 3d οθόνες μας. Οι μετακινήσεις περιορίστηκαν στο ελάχιστο.

Θεωρώ την ταχύτητα των κοινωνικών μετασχηματισμών μετά την οικονομική Κρίση του 2045, απίστευτα μεγάλη. Υπήρξαν προφήτες που τα έβλεπαν όλα αλλά η φωνή τους, όπως γίνεται κάθε φορά, ήταν πολύ αδύναμη απέναντι στην αλλαγή που ερχόταν.

Αλλά αυτά είναι ιστορία. Ιστορία που γράφεται όσο εγώ κοιτάζω ένα αλιευτικό να μπαίνει στο λιμάνι ακολουθούμενο από δεκάδες γλάρους που βουτούσαν για το μεζέ τους.

Σκεφτόμουν το χθεσινό όνειρο. Αλήθεια, πολλές φορές σκέφτομαι τι αφήνω πίσω στην περίπτωση που σκοτωθώ, κάπως, τι θα μείνει εκκρεμές, τι θα μείνει ανεξήγητο.

Είμαι εδώ για να λύσω τουλάχιστον μερικούς από τους γρίφους μου.

Ταξίδεψα εκατοντάδες μίλια για να βρω τον εαυτό μου, να μοιραστώ την αλήθεια μου με τον άνθρωπο που με περιμένει εδώ τόσα χρόνια. Έναν άνθρωπο που δεν αγάπησα ουσιαστικά ποτέ. Ωστόσο η επιμονή του και οι μονόπλευρες δόσεις αγάπης που μου έδινε με έκαναν να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία.

Αλλά ποιόν αγάπησα πραγματικά ;

Αυτό ανήκει σε μια άλλη ομάδα γρίφων.

Βάρυνε πάλι ο βηματισμός μου. Κινήθηκα προς το εσωτερικό της πόλης. Είχα ραντεβού μια φίλη από τα παλιά.

Είχα αρχίσει να μαζεύω τους ανθρώπους μου γύρω μου, να τους μιλήσω για πρώτη φορά μέσα από την ψυχή μου. Νομίζω ότι όλοι την είχαμε αυτή την ανάγκη, ένα σουρεαλιστικό κύκνειο άσμα για ένα ασαφές χρονικά, τέλος.

Chapter -4

_Δεν περίμενα να φύγεις από την Ελλάδα

_Ούτε εγώ. Αλλά από κάποιο σημείο και μετά αισθάνθηκα ότι δεν είχα επιλογή.

Ένα από τα πράγματα που αγαπώ εδώ είναι ο καιρός, το χρώμα του. Όλες οι πιθανές αποχρώσεις του γκρι που τόσο ταίριαζαν με οτιδήποτε ένιωθα, με οτιδήποτε αναδυόταν από μέσα μου. Το μικρό καφέ στην άκρη του λιμανιού είχε μείνει ακριβώς το ίδιο, σα να μην πέρασε ούτε ένα λεπτό από την τελευταία φορά που πέρασα από εκεί. Μέχρι και η αγαπημένη μου θέση δίπλα στο μικρό παράθυρο είχε μείνει η ίδια. Ένιωθα σα να αποφάσιζα εγώ για την εξέλιξη των στιγμών που ζούσα, χωρίς να το ξέρω. Θυμήθηκα ένα από τα αγαπημένα μου διηγήματα, Χωρίς Επιστροφή του Michael Marshal Smith, όπου ο ήρωας ζει σε ένα μέρος όπου οι εξελίξεις είναι αποτέλεσμα μόνο τις φαντασίας του.

Ρούφηξα άλλη μια γουλιά από το διπλό espresso νιώθοντας μια παράξενη διαύγεια. Ήμουν έτοιμος να δεχτώ τις απαντήσεις που βρίσκονταν καθ’ οδόν, δημιούργησα χώρο, έσβησα επιλεκτικά μνήμες.

_Πες μου, έπεσα έξω σε αυτά που σου έλεγα ;

_Όχι, και κάθε φορά που συνέβαινε κάτι σε θυμόμουν, ήταν σαν να ήσουν δίπλα μου και να κουνούσες συγκαταβατικά το κεφάλι. Είχες δίκιο, για τα Πανεπιστήμια, για τους γονείς μου, για εκείνη…

_Εκείνη… τι κάνει ;

_Έχω να τη δω μήνες. Δική μου επιλογή. Δεν μπόρεσα να κατατάξω τη σχέση μας πουθενά. Ξέρεις τώρα πώς είμαι. Θέλω μερικά πράγματα να είναι τακτοποιημένα μέσα μου.

_Παρθένος.

_Έλα, σταμάτα με τα ζώδια.

Η Ήβη χαμογέλασε κοιτάζοντας το τσάι της. Με ξέρει τρομακτικά καλά κι ας έχω να τη δω αρκετό καιρό. Κάποτε προσπάθησα να καταλάβω τι από τα δύο συνέβαινε: Ήμουν ανοιχτό βιβλίο γενικά ή της άνοιξα μια πόρτα μέσα μου και απλά, θρονιάστηκε ;

_Μένεις στην Έλενα ε ;

_Ναι

_Δεν διορθώνεσαι με τίποτα.

_Αφού ξέρεις τώρα, …παλινδρομώ.

_Θα σου έλεγα κάτι αλλά θα μου πεις πάλι τα ίδια.

_Ω ναι.

Ακούμπησα πίσω στον παλιό καναπέ και έκλεισα για λίγο τα μάτια όσο η Ήβη έστριβε το επόμενο τσιγάρο.

Βγήκα πάλι από το σώμα μου, ανέβηκα ψηλά στον ουρανό. Όλα σκοτείνιασαν και η αεροφωτογραφία του λιμανιού έκλεισε μέσα σε ένα βιβλίο. Γυρίζω στο οπισθόφυλλο:

Ground Zero: Η ιστορία μιας ψυχής που ταξιδεύει ανάμεσα σε δύο χώρες, δύο γυναίκες και άπειρες αναμνήσεις. Ένα σκοτεινό μέλλον όπου όλα έχουν αλλάξει. Μια επανάσταση προ των πυλών και η αγωνία να βρεθεί νόημα σε μια μοναχική πορεία και χαοτικές, άπειρες επιλογές.

Πάνω από το κείμενο μια θολή φωτογραφία που έχω στο profile μου στο F-Book.

Το βιβλίο ανοίγει ξανά, η φωτογραφία ζουμάρει και να ‘μαι πάλι στον καναπέ μου.

­_Θυμάσαι εκείνο τον τύπο που χτυπιόταν με το mind programming ;

_A ναι, Paul McKenna. Πούλησε κάτι DVD για αδυνάτισμα. Λες να αρχίσουμε πάλι το head tapping ;

_Χα ! Εσύ θέλεις head hammering !

H υπόλοιπη ώρα κύλησε μια updates από τους τελευταίους μήνες στην Ελλάδα. Μια μισοτελειωμένη έρευνα, ένα άδειο σπίτι ένα αβέβαιο, μέλλον.

 Βγήκαμε έξω να περπατήσουμε, μια ψιλή βροχή είχε ξεκινήσει γεμίζοντας τα ρουθούνια φρεσκοποτισμένο χώμα.

_Βλέπω ακόμη εκείνα τα όνειρα ξέρεις…

Με κοίταξε με ένα βλέμμα συμπόνιας. Τα κουρασμένα πράσινα μάτια της με εμφανείς τους μαύρους κύκλους της απογοήτευσης πλέον, καρφώθηκαν πάνω μου γνωρίζοντας ότι ήρθα να συναντήσω μια μοίρα στην οποία θα πίστευα μόνο την τελευταία στιγμή.

_Ξέρεις, τα βλέπουμε σχεδόν όλοι πλέον.

Κοιταχτήκαμε και αρχίσαμε να χτυπάμε την άκρη των κεφαλιών μας με τις άκρες των δακτύλων. Head Tapping. Γελάσαμε.

_Θα σε ξαναδώ έτσι ;

_Ε ναι.

Τυλίχτηκα στο παλτό μου καθώς δύο αστυνομικοί περνούσαν δίπλα μου κρατώντας έναν outer. Το βλέμμα του ήταν κουρασμένο, σκαμμένη μουσούδα, γένια.

Γύρισα το κεφάλι μου και ντράπηκα για αυτό. Τι είχαμε πάθει ; Τι γίναμε ;

Ξεκίνησα για το Πανεπιστήμιο.

Chapter -5

Οι πιο σκληρές πλάνες, είναι πάντα οι καλύτερες.

Θυμάμαι που μου το έλεγες όταν όλα γύρω έδειχναν να καταρρέουν. Σε θυμάμαι κουλουριασμένη σε εκείνο το μαύρο καναπέ να κλαις και να μην απαντάς σε οποιαδήποτε ερώτησή μου. Πάντα με σκότωνε όταν με έκλεινες έξω από σένα.

Καθισμένος στο πάτωμα κοιτούσα τα χρώματα στον τοίχο που άλλαζαν συνεχώς προσπαθώντας να προσαρμοστούν στην απόλυτη ακαταστασία του σπιτιού που πριν από λίγα λεπτά είχες δημιουργήσει πετώντας ρούχα και βιβλία σε όλες τις πιθανές κατευθύνσεις.

Οι σκέψεις στροβιλίζονταν όσο τα μάτια γέμιζαν δάκρυα. Θυμάσαι ; Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην ξανακλάψω για κανένα λόγο.

-

Καθισμένος σε ένα παγκάκι απέναντι από το επιβλητικό κτίριο άνοιξα τις βαλίτσες της μνήμης και ξέθαβα ένα μάτσο από επιλογές που ζωγράφισα σε ένα τοίχο του σπιτιού μου σε μια τομή στιγμών παράνοιας, ναρκωτικών, οινοπνεύματος και απόγνωσης.

Θυμάμαι τον ήχο του μαρκαδόρου που χρησιμοποιούσα στο αμφιθέατρο κόντρα στη μόδα των διαδραστικών πινάκων που είχαν πλέον επικρατήσει παντού. Σχεδιάζοντας δένδρα αποφάσεων σκεφτόμουν την επόμενη διχάλα μέχρι να τελειώσει η γραμμή. Αγόραζα χρόνο, ψευδαίσθηση, για να αποφασίσω.

Μέσα στο μυαλό παίζονται όλα. Ακόμη και τα πιο σκληρά παιχνίδια. Εκείνα που φαίνεται να βγάζουν κάποιο σκοτεινό νόημα μέσα στο χάος. Εκείνα που αναρωτιέσαι πώς σκατά βρέθηκαν εκεί, πιο κάθαρμα τα σχεδίασε, άνοιξε με μισή κίνηση το κρανίο σου πετώντας τα στο εσωτερικό του που έβραζε.

Πανεπιστήμιο, θυμήθηκα τη Joyce να ξεσπάει σε λυγμούς όταν πίσω στην Ελλάδα ξέσπασε η διαφθορά. Καλύτερα, όταν συνειδητοποιήσαμε όλοι το μέγεθός της.

Το πρώτο στάδιο του πένθους είναι η άρνηση. Τη θυμάμαι να μου λέει «δεν το δέχομαι»

Την παρηγόρησα λέγοντας ότι εμείς κάναμε οτιδήποτε μπορούσαμε με τις δυνάμεις που είχαμε. Κάτω από αυτό όμως τα δικά μου όνειρα έσβηναν και ονειρεύτηκα για άλλη μια φορά να φύγω μακριά.

Καθόμουν μπροστά σε ένα κλαδί που ποτέ δεν οδήγησε σε περισσότερες επιλογές. Ξέρω, είναι μάταιο να προσπαθείς να καταλάβεις χρόνια μετά τι αποτέλεσμα θα είχε μια επιλογή που δεν έγινε. Αλλά μάζευα ιστορία, προσπαθούσα να βάλω τάξη, προετοιμαζόμουν να συναντήσω τους εφιάλτες μου.

«Τι σκέφτεσαι να κάνεις από δω και πέρα ; Σοβαρά»

«Όταν το απαντήσω στον εαυτό μου πρώτα, θα σε ενημερώσω»

Μια έκρηξη κάπου μακριά διέκοψε την πραγματικά περίεργη ησυχία των στιγμών που προηγήθηκαν.

«Συζητούσα με ένα συνάδελφο στη δουλειά. Η πόλη είναι ένα καζάνι που βράζει. Άνθρωποι ξεσπούν χωρίς λόγο και οι πιέσεις έξω από τα τείχη λένε πώς εντείνονται»

«Μα ξέρεις, έχουν δίκιο. Έχουν δίκιο οτιδήποτε και αν κάνουν. Ίσως τους, μας, αξίζει αυτό το τέλος, αξίζει στον κόσμο»

Ωστόσο ήξερα ότι κάτω από κάθε προχωρημένη σκέψη βρίσκεται το αρχέγονο ένστικτο της επιβίωσης: Τρέξε να σωθείς, σκότωσε στην πορεία, βρες τροφή. Κώδικας μηχανής που τρέχει κάπου βαθιά μέσα στο μυαλό και ενεργοποιείται την κατάλληλη στιγμή.

Δεν προγραμμάτιζα τίποτα, δεν είχα escape plan, ούτε καν όπλα τα οποία είχαν αρχίσει να πωλούνται στα σοκάκια μετά τα μεσάνυχτα. Φυσικά με την ανοχή του κράτους.

Ενός κράτους που πλέον διατηρούσε την ομοιόσταση της σαπίλας του. Οτιδήποτε προσπαθούσε να χαλάσει την ισορροπία έπρεπε να κατασταλεί με οποιοδήποτε κόστος.

«Ίσως ο Marx έκανε λάθος όταν μίλησε για αδικαίωτη ταξική πάλη. Ίσως τελικά πρέπει έστω και εκατοντάδες χρόνια μετά να δοθεί ένα τέλος. Κοίτα τι γίναμε. Το ρωτάω κάθε στιγμή. Μαζέψαμε χρήμα, κλειστήκαμε σε φρούρια – δε μπορώ να το δω διαφορετικά – γίναμε ή νομίζουμε ότι γίναμε αυτόνομοι»

Η Έλενα με κοίταξε χωρίς ιδιαίτερη όρεξη να με παρακολουθήσει, κουρασμένη από τη δουλειά, κουρασμένη από τη μοναχική της ζωή. Ήταν τόσο εύκολο να τη διαβάσω και επειδή είμαι κάθαρμα, αυτό με έδιωξε μακριά της, στην αναζήτηση του αγνώστου, του συναρπαστικού, που τελικά, με πούλησε.

Έτσι μείναμε δύο ψυχές, σε σκοτεινό διαμέρισμα να συζητάμε βλακείες πάνω από το φαγητό μια και τις μεγάλες αλήθειες τις χάσαμε κάπου στο δρόμο, τα όνειρα της ήταν στραμμένα σε μια ψυχή που αδυνατούσε να εστιάσει κάπου συγκεκριμένα, μέχρι που ζαλίστηκε και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Όλα ήταν γνωστά, όλα διατυπωμένα, όλα λυμένα. Απλά γράφαμε χρόνο, προσθέσαμε μερικά λεπτά ακόμη σε μια βαρετή συμβίωση που συνεχίστηκε ακριβώς από το σημείο που είχε μείνει χρόνια πριν.

Άλλη μια έκρηξη διέκοψε τους συνειρμούς μου. Πιο κοντινή αυτή τη φορά.

Τα μάτια μας συναντήθηκαν πάλι. Αμίλητοι συνεχίσαμε την κουβέντα μας, ανταλλάξαμε συμπεράσματα. Χαμογέλασε όταν της έπιασα το χέρι.

«Δε με αγάπησες ποτέ. Έτσι δεν είναι ;»

Γνώριζε πόσο ενοχικός είμαι, γνώριζε ότι δεν θα το παραδεχόμουν ποτέ, όχι εδώ, όχι έτσι.

«Δε θα σε καταλάβω, όσα χρόνια και αν περάσουν»

Για μια ακόμη φορά συμφωνούσα απεριόριστα μαζί της.

 

 

 

 

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s