Σιωπή τώρα. Και κρύο. Αυτό που σε διαπερνά και παγώνει τα πάντα μέσα σου.
Πεσιμισμός ; Ναι. Αυτός είμαι, δέξου το κάποια στιγμή.
Εγώ το δέχτηκα όταν αποφασίστηκε για μένα. Λίγο πριν κατέβω σε αυτό τον πλανήτη.
Ότι θα γίνεται πάντα κάτι και θα με πηδάει. Θα με παίρνει από το χέρι, θα μου δείχνει για λίγο πώς είναι να είναι όλα καλά και μόλις χαμογελάσω, μόλις δει αυτή τη μικρή γραμμή στο πρόσωπό μου, θα με τραβάει πίσω στο σκοτάδι μου.
Στην άκρη μιας λίμνης, παγωμένης και έρημης. Θα κοιταζόμαστε λίγο, γονατίζω και νιώθω αυτό το χέρι να μου σπρώχνει το κεφάλι μέσα στο νερό. Και μετά, η αγωνία λίγο πριν τελειώσει το οξυγόνο μου, η αίσθηση του παγωμένου νερού στα πνευμόνια μου που με σκοτώνει.
Όχι ρε γαμώτο – δε γίνεται τίποτα από αυτά που έλεγαν. Δεν υπάρχει φωτεινός δρόμος, δε συναντάς κανέναν Άγιο στο δρόμο, δε βλέπεις τη ζωή σου flashback. Τίποτα ρε πούστη. Μόνο σιωπή. Απέραντη σιωπή. Και ο δικός μου λυγμός που δεν αλλάζει τίποτα anyway.
Κάποια στιγμή ξυπνάω στην άλλη άκρη της λίμνης, μελανιασμένος και ξυλιασμένος. Κάποιος με ανέστησε για να περάσω το ίδιο. Δεν ησυχάζω ποτέ. Περνάνε χρόνια, τριγυρίζω σε ένα ασπρόμαυρο δάσος με σκισμένα ρούχα, με πόνους σε όλο το κορμί. Μέχρι να με ξαναβρεί και να με πιάσει από το χέρι. Να με πάει κάπου ζεστά και φιλόξενα. Μόλις σταματήσει το ρίγος, ξανά πάλι στη λίμνη. Για άλλο ένα πνίξιμο.
-
Μόλις αναστήθηκα πάλι. Και δεν ήθελα ρε γαμώτο. Ήθελα αυτή η φορά να είναι η τελευταία. Να μείνω εκεί, βυθισμένος, στη σιωπή, ανάμεσα στα φύκια. Να ήταν η τελευταία μου εκπνοή, να άδειαζα από όλη μου τη θλίψη και να λυτρωνόμουν.
Αλλά αποφάσισε ότι αντέχω ακόμα. Έμαθα την τιμωρία μου.
-
Όχι, δεν είμαι θλιμμένος. Όχι αυτή τη φορά. Δεν αισθάνομαι τίποτα. Απολύτως τίποτα. Για αυτό και εξαφανίστηκα από τον κόσμο. Ακόμη και αν σου μιλάω, αν σε χαιρετάω, αν πηγαίνω στη δουλειά – δεν υπάρχω ρε. Είμαι κάπου ήσυχα και ψηλά έξω από το σώμα μου και το παρατηρώ στοργικά. Παρατηρώ πώς αλληλεπιδρά, πώς χαμογελάει, πώς τρώει, πώς κοιμάται. Αλλά είμαι μακριά του.
Ξέρεις, δε θα γίνει τίποτα. Θα χαθούμε στο χρόνο, θα μας εξαφανίσει. Και η συνέχεια, κάποιους αιώνες μετά.
-
Δεν έσβησα τίποτα αυτή τη φορά. Τελείωσε και αυτό. Έτσι θα γράφω. Όπως πάντα ονειρευόμουν. Ήρθες και άνοιξες εκείνη την πόρτα και ξεχύθηκαν έξω τα πάντα. Αυτά που με ξυπνούν στις έξι το πρωί που πετάγομαι ιδρωμένος από το κρεβάτι μου. Εσύ, δεν έκανες τίποτα, ούτε που το κατάλαβες. Ήσουν ο καταλύτης στην αντίδραση. Στο μείγμα που περίμενε να ανατιναχτεί.
Και το άδικο πάντα είναι ότι πάντα ο τελευταίος χρεώνεται τη δόξα: Πέρασαν τόσα πράγματα δίπλα μου, πάνω μου, μέσα μου και κοίτα μαλακία, εσύ παίρνεις τη δόξα του θανάτου μου. ΟΚ, μπορεί και να σου άξιζε.
Ο άσχετος θα πει: Αγάπησε.