Λέω να σταματήσω την πολυλογία.
Ότι ήταν να πω το είπα.
Αμέτρητες γραμμές – μετά από αμέτρητες ώρες πάνω από έναν κέρσορα που αναβόσβηνε.
Αμέτρητα τσιγάρα, αμέτρητο σκοτάδι, αμέτρητα κεριά να το πολεμάνε.
Αμέτρητο αλκοόλ να προσπαθεί να το ξαναφέρει, μήπως και κοιμηθώ.
-
Δεν έχω να συζητήσω τίποτα πλέον – κλείνω τα μάτια και αφήνομαι στη μουσική μου.
Δεν περιμένω τίποτα, δεν περιμένω κανέναν.
Βυθίζομαι στη σιωπή μου, μέρα με τη μέρα. Αν θες, φώναξε από την κορυφή. Ίσως σε ακούσω. Δε θα ανέβω όμως. Εσύ θα κατέβεις να μου κάνεις παρέα στο σκοτάδι. Έτσι πάει.
Αν σου αρέσει.
-
Δε θέλω να διορθώσω τίποτα, δεν αλλάζω τίποτα, θα πίνω και θα σε ξεχνάω μέρα με τη μέρα. Δε με ενδιαφέρει τι θα σου βγει και τι όχι. Να μη σου βγει ποτέ.
-
Θα πάρω όλα τα post μέσα στο κεφάλι μου και θα πάω – ξέρω πού – και θα τα πετάω στη θάλασσα και θα γυρίζουν πίσω με εκείνη την αρμύρα και θα με διαβρώνουν.
Μέχρι να τρέξει η πρώτη σκουριά από πάνω μου και να διαλυθώ και να πέσω στην άσφαλτο και να με πάρει ο αέρας και να με σκορπίσει και να με φέρει κάπου εκεί κοντά σου και να σε λερώσω και να τινάζεις τα κομμάτια μου από πάνω σου και να βρίζεις.
-
Αυτό θα είναι το τελευταίο δώρο μου σε σένα:
μια κόκκινη σκόνη που θα θέλεις να πετάξεις από πάνω σου γρήγορα να μη σε δει κανείς ότι είσαι λερωμένη.