PS I Love you

Ακούς ;

Να παλέψεις να περιγράψεις με λέξεις τη σιωπή, τις στιγμές που δεν υπάρχει τίποτα να πεις, να βρεις εκείνες τις λέξεις που θα μου δώσουν την εικόνα που πάγωσε μέσα στην απόλυτη χαρά ή θλίψη, να μου μιλήσεις για τη μουσική που έπαιζε, τη σταγόνα που κύλησε και τον κόμπο στο λαιμό.

Να μου πεις τι λένε δύο ζευγάρια μάτια που κοιτάζονται, δυο χέρια που αγγίζονται, ποια φράση θα περιγράψει καλύτερα μια αγκαλιά. Να  βρεις ποια λέξη λέγεται πριν το «καλωσόρισες» και μετά το «αντίο».

Να γράψεις το κείμενο που σου ήρθε στο μυαλό όταν την είδες για πρώτη φορά, όταν σου χαμογέλασε. Να παγώσεις τη στιγμή και να μου πεις τι φαντάστηκες, όλες τις στιγμές που θα έρθουν και θα φύγουν. Τότε μόνο ! Όχι μετά, όχι εκ των υστέρων.

Να μη ντραπείς να φωνάξεις όσα λαχταρά το μυαλό σου, να μη σε νοιάξει να της πεις, αν είναι η σωστή δε θα τρομάξει.

Να μη νιώσεις άσχημα για την αγάπη που δε σου δόθηκε πίσω, βγάλε τις λέξεις που σε πνίγουν, να τις δεις μπροστά σου, εκεί, δίπλα στον κέρσορα που θα αναβοσβήνει.

Χαμογέλασε για τις στιγμές που κοίταξες τον εαυτό σου μόνο σε έναν έρημο πλανήτη.

Θυμήσου κάθε στιγμή δίπλα της και γράψε για κάθε κίνηση που έκανες, ένα χάδι, ένα άγγιγμα στο πρόσωπο, κάθε φιλί. Βρες τις λέξεις που θα το χαράξουν μέσα σου για όσο ζεις.

Θα μου πεις ότι δε γίνεται. Ότι είναι αδύνατα αυτά τα πράγματα να γραφτούν, δεν υπάρχουν λέξεις, φράσεις και τα κείμενα θα είναι όλα λάθος.

Ξεκίνα να γράφεις και σε κάθε κενό, όπου κολλάς,  γράφε «σαγαπώ», και θα έρθει αυτό και θα στα πει όλα. Αν δε στα πει, πάλι κάπου σωστός θα είσαι,

ίσως και μόνο αυτό το σ αγαπώ φτάνει.

-

-

-

My Wind

Θα ήθελα να σου πω για εκείνες τις ριπές βροχής,

Σε εκείνες τις τέλειες γραμμές να απλώνονται στο βραδινό ουρανό

-

Κλείνεις τα μάτια και φαντάζεσαι ότι είναι πεντάγραμμα που περιμένουν

Εκείνες τις νότες που θα σε φωνάξουν κοντά μου

-

Κλείνεις τα μάτια και φαντάζεσαι ότι είναι γραμμές ενός χαρτιού που περιμένουν

Εκείνες τις λέξεις που δε βρήκα να σου πω

-

Αλλά ο άνεμος είναι δυνατός σήμερα, μου μαστιγώνει το πρόσωπο, μου παγώνει τα χέρια.

Χαμογελάω με τη γεύση της αρμύρας στα χείλια μου.

Έτσι πάει, λένε. Εκεί είναι το νόημα.

Στο να κλείνεις τα μάτια και να φαντάζεσαι.

-

 

Paramytha

Αλλάζουν οι άνθρωποι ;
Όχι
Μαθαίνουν από τα λάθη τους ;
Ποτέ !

-
Απλά μαθαίνουν να ζουν με αυτά, να μισοκλείνουν τα μάτια, να τα βλέπουν αλλιώς.
Θολά -μπας και τους αρέσουν.

-
Τα ντύνουν όμορφα, ψάχνουν και βρίσκουν λόγους να τα έχουν στη ζωή τους.
Ναι, είναι και οι στιγμές εκείνες που τα ξεπλένει η θλίψη και αστράφτουν μέσα στην ασχήμια τους.

-
Αλλά τα λάθη αυτό ακριβώς κάνουν τον πιο πολύ καιρό: Παραμένουν μασκαρεμένα, σαν τελειωμένες πουτάνες, με εκείνο το κατακόκκινο κραγιόν, κουνώντας το τσαντάκι τους.

-
Και σου χαμογελούν βρε.
Και τους χαμογελάς και εσύ: Κάθε μέρα!
Τα καλημερίζεις το πρωί, τρως μαζί τους το μεσημέρι, τα αγκαλιάζεις το βράδυ.
Σε σκεπάζουν όταν αλλάζεις πλευρό.

-
Και να
Ζεις για τη στιγμή που θα χτυπήσει το ρολόι του παραμυθιού
και θα μεταμορφωθούν σε σωστά
Για μια στιγμή μόνο
Για αυτή ζεις.

Zoom out

Καθόμουν ακίνητος στη μέση του δρόμου.
Δεν με έπιανε βροχή, ούτε κρύο, ούτε χαμένοι έρωτες. Τίποτα.

-
Έτρεμα από εκείνα τα χαμόγελα τα μικρά που έρχονταν και χάνονταν, έπαιζαν με τη βροχή, έσταζαν, σχεδόν με φιλούσαν.
Και έφευγαν.

-
Δε με έπιανε ο αέρας, οι κεραυνοί, το κύμα στην άκρη της προβλήτας.
Μόνο εκείνα τα ζευγάρια μάτια που άνοιγαν στο πρώτο φως του πρωινού και μισοέκλειναν από το χαμόγελο κάτω από τις κουβέρτες.

Ζευγάρια μάτια, χιλιάδες μάτια.
Πράσινα, μπλε, καφέ, μαύρα, χιλιάδες μάτια.
Κάθε ζευγάρι και μια υπόσχεση.

-
Δε με έγδυνε ο αέρας που ούρλιαζε στα αυτιά μου τα γνωστά ακατανόητα παραμύθια.
Ούρλιαζε στα στενά μέσα μου. Στις χαραμάδες, τα γκρεμισμένα θέλω και ονειρεύομαι, στα χαλάσματα, στα μισοτελειωμένα.
Ούρλιαζε στις άνω τελείες.

-
Και έκανε αντίλαλο το κενό που έμεινε πίσω, εκείνο που δημιουργήθηκε κομμάτι κομμάτι.
Εκείνο που δε ζητάς ποτέ πίσω.

-
Εκείνο που περιμένεις να ξαναγεμίσει μέχρι την επόμενη φορά που θα γυρίσεις την πλάτη με εκείνο τον κόμπο στο λαιμό που δε λέει να φύγει
Ούτε που θυμάμαι από πότε
-
Καθόμουν ακίνητος στη μέση του δρόμου.
Δεν με έπιανε βροχή, ούτε κρύο, ούτε χαμένοι έρωτες. Τίποτα.
Μόνο εκείνα τα χαμόγελα. Κάθε ένα και όλα μαζί.

-

A Quarter Past Ten

Η μικροσκοπική τηλεόραση έπαιζε κάτω από έναν πορφυρό παλιό καναπέ με κρόσια.

Πραγματικά μου έκανε εντύπωση πόσο μικροσκοπική ήταν, πώς χωρούσε ανάμεσα στον καναπέ και το πάτωμα. Ασπρόμαυρη.

Καμαρίνι, κίνηση.

Το τηλέφωνο χτύπησε: «Είναι δέκα και τέταρτο. Άργησες να φύγεις»

Δεν είχε παράθυρο πουθενά να δω τον καιρό. Χιόνιζε άκουσα κάπου. Αλλά εδώ μέσα κάνει ζέστη.  Ζέστη από το πάνω κάτω, το ποδοβολητό, ζέστη από το άγχος, η παράσταση είναι στη μέση.

Φανταζόμουν το χιόνι να πέφτει απαλά μέσα στο σκοτάδι και να είμαι ξαπλωμένος με τα χέρια ανοιχτά και να το αγκαλιάζω.

Μπήκες γρήγορα στο καμαρίνι: «Με είδες ; Με είδες;»
Μα
Όχι
Είμαι εδώ

Φορούσες ένα μαύρο κολλάν και ήσουν αγχωμένη, έτρεχες και τα βήματά σου αντηχούσαν στο παλιό ξύλινο πάτωμα.

Βγήκα έξω, να δω το πλήθος από την άκρη της κουρτίνας: Όλα εκείνα τα μάτια καρφωμένα στα φώτα στα σώματα που χόρευαν, άλλα στριφογυρίζοντας στο πάτωμα, αλλά σώματα πάνω σε άλλα σώματα. Η ίδια η ζωή έλεγες είναι αυτό, δε βγάζει νόημα σε ζαλίζει αλλά κάποιος είπε ότι είναι τέχνη.

[Σουτ, μη μιλάς, δεν ξέρεις.]

Έξω χιονίζει μάλλον.

Ύστερα ήταν αυτή η μουσική σαν εκείνη που διάλεγες να ακούσουμε όσο ήμουν μέσα σου.
[Άγνωστη, ξανά σουτ, μη μιλάς, δεν ξέρεις. Όχι, όχι, ξέρεις, ήταν Preisner. Στον έμαθε εκείνη]

Παίζαμε με ένα μπαλάκι που μου πετούσες και σου πετούσα πίσω.

«Μη το κρατάς !» μου έλεγες «δώστο μου γρήγορα πίσω. Πες κάτι και πέτα το γρήγορα πίσω, να μη μένει στα χέρια σου. Να μη σταματάς, ακόμη και αν σου πέσει κάτω. Πιάσε το, πες κάτι, δως το μου πίσω»

Αυτό είναι το θέατρο, έλεγες.
Αυτό είναι αγάπη, σου έλεγα.

Να μη σταματάς, να μη μπορείς να σταματήσεις. Να πετάς την καρδιά σου ψηλά, και ας πέφτει κάτω, κι ας μην υπάρχουν χέρια να την πιάσουν.

Δέκα και τέταρτο.

Άργησα.

*

iDied 3

To θυμάμαι καλά αυτό το αυτοκίνητο.

Αυτή την ανάμεικτη μυρωδιά σκόνης, δέρματος και καμένου φελιζόλ από το ταμπλό.

Κοιτάζω έξω το δρόμο: Γαλατσίου, απόγευμα, ο ήλιος παιχνιδίζει ανάμεσα στα δέντρα.

_Ξέρεις, όλοι νομίζουμε ότι είμαστε διαφορετικοί, μοναδικοί, όμορφοι, έξυπνοι. Κοιτάζουμε τους εαυτούς μας στους καθρέφτες, στις πόρτες του μετρό με ένα κομμάτι από το soundtrack στο background.  Και λέμε ότι υπάρχει αυτός ο άνθρωπος εκεί έξω, το άλλο μισό το οποίο μας ψάχνει για να ολοκληρωθούμε. Και χαμογελάμε περιμένοντας την αγάπη, αυτή την αίσθηση του να είσαι πάλι παιδί, να αλλάζουν όλα γύρω σου, να σε καλούν να τα ανακαλύψεις από την αρχή.

Αλλά γερνάμε μέσα σε αυτή την προσμονή και δεν παίζει ο συνδυασμός και κάπου βαθιά μέσα σου αρχίζεις  να φοβάσαι ότι θα μείνεις μόνος: εσύ και η χαζό-μοναδικότητά σου.

Σταμάτα να κοιτάζεις τα δέντρα. Πέθανες μόνος σου, αγκαλιά με τις υπέροχες ιστορίες σου. Ακούς ταλεντάρα ;

Κοίταξα δίπλα μου ένα παιδάκι πασπαλισμένο με μουστάρδα που κρατούσε ένα μπούτι κοτόπουλο. Και συνέχιζε να μιλάει, έτσι μπουκωμένο. Με ένα μουγκρητό ικανοποίησης στα κενά των προτάσεων και ένα χαμόγελο μέσα στο λάδι.

«Πέθανες περιμένοντας» είπε φτύνοντας ένα κομμάτι κοτόπουλο.

Ξαναγύρισα κοιτάζοντας τις λευκές διαχωριστικές γραμμές του δρόμου. Στο μπροστινό κάθισμα ο πατέρας μου τραγουδούσε ένα κομμάτι του Καζαντζίδη δίπλα η μάνα αναψοκοκκινισμένη από τον τσακωμό που είχαν πριν από λίγα λεπτά. Στο πίσω κάθισμα το παιδάκι που μου μιλούσε μπουκωμένο ήμουν εγώ.

_Σου αρέσει όπως είσαι κουρεμένο σαν playmobil ; του είπα.

Ο πατέρας ήθελε τότε το μαλλί να καλύπτει τα αυτιά και το κούτελο.

Άναψα ένα τσιγάρο όταν το αυτοκίνητο άρχιζε να ξεθωριάζει. Ο ήλιος χάθηκε και βρέθηκα στην παραλία μου. Αυτή για την οποία έγραψα στο Ground Zero.

Ήξερα ότι θα τελείωνε εδώ. Θα με τελείωνε εδώ.

Έτσι συγγραφικά, με αυτό το χρώμα στον ουρανό, με αυτό τον ήχο στο κύμα.

Έχωσα τα πόδια μου στα βότσαλα, έκλεισα τα μάτια.

Ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση – ένιωσα τις τρίχες μου να σηκώνονται, αυτό το ρίγος σε όλο το κορμί όταν την είδα να έρχεται ντυμένη σε ένα κατάλευκο φόρεμα, ξυπόλητη, με ανακατεμένα μαλλιά και δέρμα λουσμένο από τον ήλιο.

Ήταν πολύ μακριά ακόμη όταν ένιωσα τη φωνή της μέσα στο κεφάλι μου.

Ξεκίνησε ψιθυριστά, σχεδόν δεν την ξεχώριζες από το κύμα, δυνάμωνε μέχρι που μπορούσα να την ακούσω.

Σε εγκατέλειψαν οι μούσες σου αγαπημένε μου.

Έφυγαν μία-μία χαμογελώντας, παίρνοντας μαζί τους κάθε όνειρο, τις λέξεις των κειμένων, γράμμα-γράμμα.

Και έμεινες μόνο σου, ω γλυκό μου.

Και δεν έχεις τίποτα άλλο να πεις και να γράψεις. Άδειασες.

-

Έλα, πάμε.

-

Τώρα ήταν δίπλα μου.

Μου έδινε το χέρι της.

Δεν είχε μάτια να με κοιτάξει.

Δεν είχε χείλη να μου ψιθυρίσει κάτι.

Δεν είχε πρόσωπο.

Δεν  πρόλαβα να τη γνωρίσω ποτέ.

-

-

-

iDied 2

Ο ουρανός έχει σύννεφα ζωγραφισμένα στο αγαπημένο μου απογευματινό φως, τρέχουν κάπου πηγαίνουν ή κάνουν κύκλους.

Κάποιος μου φόρεσε το αγαπημένο μου παλτό  –

Κάνει κρύο εδώ, ένα κρύο που το μυρίζεις, ένα κρύο που παλεύει να μπει μέσα σου να αρπάξει οτιδήποτε ζεστό βρει, να το κρατήσει ψηλά να παγώσει και μετά να το σφίξει και να γίνει ματωμένο χιόνι.

Θάνατος.

Μπορώ να καπνίσω εδώ, για σκέψου. Είμαι στη μέση της πλατείας μιας νεκρής πόλης. Σε λίγο νυχτώνει και είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δε θα βλέπω τίποτα. Θα τυφλωθώ και θα αναγκαστώ να φωνάξω τις σκέψεις μου να με πιάσουν από το χέρι και να μου δείξουν το δρόμο. Δε θέλω.

Δε βήχω. Παράξενο. Σκέφτομαι τη γοργόνα που κολυμπούσε με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και λέπια. Σκέφτομαι τα ψαράκια με τις φωτογραφικές που με κοιτούσαν έτσι πνιγμένο με ένα επίσης πνιγμένο χαμόγελο και θολά μάτια.

Σκέφτομαι τα αστέρια που έσβηναν ένα ένα σαν κεριά μπροστά από χείλη, ένα ένα όσο η αγάπη βουτούσε για άγνωστο πυθμένα, μακριά από το κουφάρι μου.

Ας σταματήσει η μνήμη μου εδώ, εκλιπαρώ, έτσι και αλλιώς δεν ξέρω πού βρίσκομαι, παράδεισος κόλαση ή κάπου ενδιάμεσα. Μα γιατί να μη μπορεί να σταματήσει, να σβηστούν όλα: Εδώ όλα μπορούν να γίνουν.

Το φως συνεχίζει το ταξίδι του προς κάπου αλλού και όλα αρχίζουν να γίνονται το ακατανόμαστο χρώμα: πέτρες, παράθυρα, ένα παλιό σιντριβάνι, μια σπασμένη κούνια (που δε θα μπορούσε να λείπει).

Γελάω – αισθάνομαι το επόμενο level να φορτώνει, έχει γούστο να παίξει η ταινία της ζωής μου τώρα. Καριόληδες, χωρίς popcorn, καριόληδες, χωρίς coca, καριόληδες, όχι έτσι.

Και τότε αισθάνθηκα μια περίεργη ζέστη με μια μυρωδιά τσαγιού με καραμέλα και μέλι: Από εκείνες τις αγαπημένες μου κούπες που μου ζέσταιναν την ψυχή και σταματούσε ο χρόνος και έλεγα ότι να ! βρήκα το νόημα.

Πλήρες σκοτάδι τώρα. Και το τσάι άφαντο.

Καθόμουν ακίνητος και έβλεπα μια πόρτα με ένα έντονο πορτοκαλί φως να με πλησιάζει, ερχόταν αργά, μου σηκώθηκε η τρίχα – όσες φορές και να τα δεις αυτά δε τα συνηθίζεις ρε γαμώτο. Ωραίο όμως, διεστραμμένα ωραίο αυτό που παίζεται.

«Σπύρο;»

«Γιαγιά; Εσύ ; Ρε πούστη, δε με πήγαινες ποτέ, δε σε πήγαινα ! Δεν έβρισκαν άλλον ; Καμιά γιαγιούλα κλασσική με μπαστούνι, καλοσυνάτη»

«Δεν έκλαψες όταν πέθανα»

«Δε μου βγήκε, sorry. Ήσουν κακός άνθρωπος. Με μισούσες. »

«Έλα μέσα»

*

Το χαν φτιάξει καλά οι πούστηδες: Τζάκι στη μέση ενός πέτρινου σπιτιού με βαριά έπιπλα, ένα αχανές τραπέζι γεμάτο γλυκά και μαρμελάδες και κατσαρόλες που άχνιζαν. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου και η γιαγιά κάθισε σε μια κουνιστή πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι.

Ξεκίνησε να βρέχει – άκουγα τον ήχο των σταγόνων στα κεραμίδια, κάθισα στο τραπέζι και τσίμπησα ένα περίεργο κέικ κοιτάζοντας τα ξύλα που παραδίνονταν στις φλόγες.

«Αγάπη, ψυχές στη φωτιά» που θα βρουν σε ένα τσαλακωμένο χαρτί σπίτι μου.

Αλλά κοίταζα τη γιαγιά με τα φουντωτά της μαλλιά να ανακατεύει τα ξύλα και ήθελα να της πω τόσα πολλά, όλα όσα δεν έκανε, όλες τις στιγμές που έκλεψε από τα χρόνια της αθωότητας. Αλλά δεν, δεν, είμαι μαλάκας και θα με έπαιρναν τα ζουμιά σαν μπόμπιρας που του έσπασαν το παιχνίδι. Λες και κάποιος το έκανε επίτηδες: να γυρίσω στα παιδικά μου χρόνια με όχημα το κλάμα. Το σήμα αρχής, το jingle του τρόμου.

«Δε θα με συγχωρέσεις ποτέ»

Σήκωσα τα μάτια, μια ψήφο στο διάβολο, τι μετάνοιες και αρχίδια. Ξέρω πού πάω.

«Όχι. Ήσουν μεγάλη σκρόφα. Και ότι είσαι νεκρή, δεν το κάνει καλύτερο.»

«Είσαι και εσύ εδώ μαζί μου, κωλόπαιδο»

*

Και φυσικά, το σπίτι χάθηκε, το τζάκι έσβησε και έμεινα στο σκοτάδι περιμένοντας την επόμενη ευκαιρία να αλλάξω, έστω και εδώ. Αλλά ήξερα το παιχνίδι. Χα.

*

Άκουσα ένα τρένο να έρχεται από μακριά, κι όμως, σταματημένο σε ένα σταθμό. Ένας ολόκληρος σταθμός ερχόταν αργά προς το μέρος μου. Μου σηκώθηκε η τρίχα: Ήταν όλος σε μια απόχρωση του κίτρινου, λουσμένος στο φως και στον κόσμο που όσο πλησίαζε έβλεπα ότι είναι ακίνητος. Και προχώρησε όλη η πατέντα και έμεινα στη μέση. Κάποιον περιμένω εδώ, το νιώθω.

«Σπύρο;»

«Όχι»

Με αγκάλιασε σφιχτά – ένιωσα το μάγουλο της να αλλάζει καθώς χαμογελούσε.

«Έλα, πάμε»

Η τελευταία ανάμνησή μου από εκείνη ήταν σε ένα μεγάλο αμπέλι, κάτω από κάτι κόκκινα σταφύλια να προσπαθώ να βάλω το χέρι μου μέσα στο πουκάμισό της και να μου το χτυπάει ναζιάρικα.

Ναι, η τελευταία φορά που την είχα δει ήταν σε όνειρο. Και ξαναγύρισε ύπουλα να με γαμήσει, της το χρωστούσα, μου το χρωστούσε, δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ.

Πηδηχτήκαμε σε ένα σκοτεινό σπίτι που λουζόταν από κάτι δεσμίδες φωτός από στόρια σαν εκείνα του Ground Zero. Ένιωθα τα χέρια της να μπήγονται στην πλάτη μου, πονούσα, τη δάγκωσα, την κοίταξα στα μάτια – ήταν ιδρωμένη, το βλέμμα της είχε μια παιδική καλοσύνη. Και ξέρω γιατί.

Τινάχτηκα γρήγορα, βγήκα από μέσα της, στήθηκα στον τοίχο.

«Δεν πρόλαβα να μεγαλώσω Σπυράκο ξέρεις. Είναι όλο μέσα σου, είμαι ακόμη 15»

Ένιωσα μια γροθιά από ένα βαρύ χέρι να σκάει στο πρόσωπό μου και μετά εκείνη τη γεύση από αίμα που τρέχει. Χάθηκε το φως, ένιωσα τα χέρια μου να δένονται σφιχτά, το στομάχι μου κόμπος, βρώμικο παιχνίδι παράνοιας. Έρχεται.

«Γιατί το έκανες αυτό ;»

Άλλη μια γροθιά σκάει. Γέλασα.

Άλλη μια.

«Ήταν καύλα ρε»

Άλλη μια. Λιποθυμώ, με ξυπνούν. Άλλη μια.

«Χα, είμαι ήδη νεκρός καριόληδες. Οπότε πιο σκατά δε γίνεται»

Είμαι στο κεφάλαιο της βροχής των ενοχών των ονείρων και των μεταβάσεων από μια χρονική στιγμή σε μια άλλη. Και όλα αυτά πασπαλισμένα με όνειρα, παρερμηνείες, διηγήματα, εικόνες και βινύλια που έπαιζαν ανάποδα.

Το χετε ρε. Πάτε καλά.

Δε σπάω όμως.

iDied

Χαμογελάω, βήχω χωρίς αύριο, το τσιγάρο εκεί όμως και το αλκοόλ.

Πέφτω στο πάτωμα, συνεχίζω να γελάω και ξανά βήχας, πονάω, πεθαίνω λέω.

Τα τελευταία υγρά εγκαταλείπουν το σώμα μου υπό μορφή μύξας.

Το αίμα εξαφανίστηκε, την έκανε για αλλού, βαρέθηκε να ακούει τα ίδια και τα όμοια – πάει για άλλο σώμα λιγότερο παρακμιακό.

Ο πόνος στο στήθος τόσο δυνατός πια, φαντάζομαι ότι κάποια μεσαιωνική φιγούρα κάρφωσε κάτι στο στέρνο μου και πεθαίνω συγγραφικά με τυμπανοκρουσίες και την αγάπη πάνω από το ετοιμοθάνατο σώμα να βγάζει γλώσσα και να κοροϊδεύει.

«Μαλάκα, στη γαμάει άλλος τη γκόμενα, τις ξέσκισε τα τούλια στο κρεβάτι, μαλάκα, ε, μαλάκα»

Ούτε να γελάσω δε μπορώ από τον πόνο -

Σέρνομαι μέχρι το κρεβάτι αλλά δεν μπορώ να σκαρφαλώσω – σκοντάφτω πάνω σε ένα μπουκάλι που έχει λίγο οινόπνευμα μέσα ακόμη – το πίνω, βήχω, καίνε όλα τώρα, γελάω, ξεκαρδίζομαι.

Ο αναπτήρας τελείωσε, σέρνομαι μέχρι το γκαζάκι να ανάψω, να το αφήσω ανοιχτό να φύγω όπως αρμόζει σε όλους τους παρακμιακούς συγγραφείς που βουλιάζουν μέσα στην ανωνυμία τους και τα κείμενα διαμαντάκια της παρακμής.

Γελάω, πολύ, μύξα καπνός και αλκοόλ και ένα ελαφρύ τρέμουλο στο χέρι που κοιτάζω με το ένα μάτι κλειστό και είναι θεε, τόσο κινηματογραφικό.

Και κάνει κρύο, και το πακέτο τελειώνει και ο πόνος είναι αφόρητος πλέον και θέλω να βγω έξω στο δρόμο να τρέξω, έτσι λιώμα και να καταλήξω δίπλα σε ένα κάδο με σκουπίδια. Και να ψάξω τις τσέπες μου και να βρω εκείνο το λευκό χαρτί που θα τιμηθεί με τις τελευταίες λέξεις του συγγραφέα που θα τον συνοδεύουν – υστεροφημία και έτσι.

«Μύξα ρε μαλάκες,  έχω για όλους»

Και να καίνε τα μυαλά τους να βρουν τι εννοούσα. Μαλάκες.

Και να ρουφήξω την τελευταία γουλιά και να αρχίσω να γελάω πάλι και να συρθώ λίγα μέτρα πιο πέρα και να πέσω στη θάλασσα με τη μούρη προς τον πυθμένα.

Να έρθει η γοργόνα να μου πει «είσαι για το μπούτσο ρε»

Και να της πω ότι είναι το πιο άχρηστο ψάρι, ούτε να την τηγανίσεις μπορείς, ούτε να τη γαμήσεις και να φύγει σπασμένη.

Να πάρει πίπα στο ροφό και στο σπάρο και στο μπαρμπούνι να πνίξει τον πόνο της

 Και να στέκομαι εκεί με τις μπουρμπουλήθρες μου και να παίζουν μέσα στο κεφάλι μου οι μουσικές τέλους και τα credits και εκείνο το filmed in Technicolor.

Και ξανά βήχας και αφόρητος πόνος

Και μετά να έρθουν τα άλλα τα ψαράκια τα μικρά με ένα πιο μεγάλο δίπλα, σαν μαθητούδια σε έκθεση και να λέει το ψάρι-δασκάλα:

Αυτός λοιπόν είναι ο homo putsius peus butsus

O συγγραφέας, ο φωτογράφος, ο καθηγητής, ο ονειροπόλος. Και καταλήγει με τη μάπα προς εμάς και με ένα μαλακισμένο χαμόγελο.

Και να βγάζουν φωτογραφίες ρε –

Ακου ρε , τα ψάρια τα τελειωμένα να βγάζουν φωτογραφίες

Και να με παίρνει το ρεύμα να με βγάζει στα ανοιχτά, εκεί στο σκοτάδι και στο κρύο

Να σπάω σιγά σιγά και να λεω, οκ δεν είναι πλάκα όλο αυτό

Πεθαίνω στα αλήθεια ρε

Γιατί ξέρεις τι, θέλω να γυρίσω κάπου ζεστά και δε μπορώ, αρά ;

Πεθαίνω

Φτερνίζομαι μέσα στη θάλασσα και κάνω μπουρμπουλήθρες και γελάω και πονάω πάλι.

Τώρα είναι μόνο σκοτάδι κάτω, τα αστέρια

Γυρίσω με τη λίγη μπαταρία που απέμεινε να δω τα αστέρια πριν φύγω

Και χαμογελάω και σκέφτομαι ότι ίσως να μην είναι τόσο κακό να πεθαίνεις τελικά

Και αισθάνομαι ένα μικρό ρεύμα από κάτω μου

Κλείνω τα μάτια και λέω ωπα, το δελφίνι, ήρθε να με βγάλει στη στεριά

Αλλά δεν προλαβαίνω

Είμαι ήδη πολύ ανοιχτά, εχω χάσει τα φώτα της πόλης

Όχι ότι μου λείπουν και ιδιαίτερα

Και το νιώθω να με ακουμπάει

Το δελφίνι

Και χαμογελάω και κάπου εκεί σβήνω

Τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος

Κάτω από τα αστέρια με την αγάπη να κολυμπάει γύρω μου.

.

.

.

Thoughts

Κείμενα, ξανά κείμενα και εικόνες και λίγα λόγια, λίγες λέξεις, τελείες, κόμματα, φίλτρα.

Ζωή Scroll

Scroll στις μνήμες πού όσο πιο πίσω πας τόσο ξεθωριάζουν: Αρκετά,  αλλά όχι τόσο ώστε να ξεχνάς το αρχικό σχήμα και το μήνυμά του.

Scroll στις φωτογραφίες και ανάμεσα στις χιλιάδες, εκείνες οι 10, 100 που είναι συναισθηματικά φορτισμένες: όχι με τη στιγμή αλλά με μια ολόκληρη εποχή.

Για κοίτα: Ζωή scroll down, μπροστά από μια οθόνη, διαβάζεις το κείμενο και πιο κάτω και πιο κάτω και το αντίκτυπο, άλλη μια εγγραφή στον εγκέφαλο που θα πάρει τη σειρά της κάτω από την επόμενη.

Εύχεσαι να μπορούσες να είχες τη δύναμη να τις πιάσεις όλες μαζί, να τις σφίξεις δυνατά να πονέσει ο καρπός να κλείσεις τα μάτια και να ακούσεις τη σταγόνα, το απόσταγμα να πέφτει σε αργή κίνηση, να συμπληρωθεί στα υπόλοιπα αποστάγματα, λεκάνη σοφίας τη λες που συνήθως δε γεμίζει.

Ακατανόητα ε ; Το χει μέρα.

Κάποια στιγμή ανοίγεις τα μάτια πάνω από το δοχείο με τις μαζεμένες σταγόνες και λες «κάτι μάζεψα», «κάτι έμαθα». Και η αρχική ικανοποίηση ακολουθείται από την αναζήτηση της ουσίας πίσω από αυτό.

«Τίποτα»

Τίποτα δεν έμαθα. Γεννηθήκαμε ανεπίδεκτοι μάθησης σε τόσα πράγματα !

Και το ότι δεν έμαθες τίποτα είναι ευλογία, χτυπάει η καρδιά σου δυνατά μπροστά σε όλα τα επόμενα, τα ανεξερεύνητα μονοπάτια του μυαλού, τις εικόνες που θα τα γκρεμίσουν όλα, τις στιγμές που χάνεις εκείνο το δεκάλεπτο  (αν είσαι τυχερός, και παραπάνω) που σταματάει ο χρόνος: Αγάπη, έρωτας, δημιουργία, χαμόγελο, ήλιος, φως, βάλτου εσύ την ταμπέλα.

Δεν ξέρω τίποτα, δεν έμαθα τίποτα

Αλλά αλλάζω απέναντι σε αυτό:

Αγαπάω τη χαζομάρα μου.

Τη λατρεύω !

Scroll Down

Scroll

Μου κράτησες το χέρι για μια στιγμή – σε εκείνο το βρώμικο διάδρομο που φωτιζόταν από παλιά ξύλινα παράθυρα που κοιτούσαν ψηλά πάνω από τις πολυκατοικίες.

Μια στιγμή μόνο, να μη μας δει κανείς ότι είμαστε μαζί – χάθηκες μετά στην αίθουσα «έχω μάθημα» είπες.

 -

Πρώτα τσιγάρα, κάτι BF Ultra που έκαιγαν το λαιμό και τη σκέψη. Σόλωνος, χειμώνας, ουρανός συντονισμένος στο ανύπαρκτο κανάλι, στα χιόνια. Σχεδόν άκουγες αυτό τον ήχο, τον ήχο του πουθενά με πινελιές από τίποτα. Κενό όλη τη μέρα εκτός από τα πρωινά που ξυπνούσα πριν από σένα και σε κοίταζα που ήσουν λουσμένη στο πρώτο φως της μέρας.

«Τη βρήκα την αγάπη» σκεφτόμουν: Σε εκείνη τη μικρή γκαρσονιέρα στην Κυψέλη, με το ένα κρεβάτι, ένα ξεχαρβαλωμένο κομοδίνο και ένα τραπέζι γεμάτο βιβλία. Ακούγαμε μουσική από τα κινητά. Και όλα είχαν νόημα.

Μέχρι που κατηφόρισα μαζί με το νερό από την πλατεία μέχρι το σπίτι μου, βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο. Δε μου εξήγησες ποτέ γιατί έπρεπε να υπάρξει άλλος. Όσες προσπάθειες και αν έκανα δε βρήκα άκρη, ακόμη ρωτάει κάποιος μέσα μου. Άλλη μια ερώτηση στη βαλίτσα.

Scroll

«Ξέρεις τι, δε έμαθες να δίνεις». Ήχος από φλιτζάνι που ακουμπάει στο πιάτο. Σκουφά. Πρωί. Έκλαιγες. Και σε κοιτούσα αμήχανος και αποφασισμένος. Ήσουν τόσο μικρή για όλα όσα φαντάστηκα και περίμενα. Έγινε εκείνη η γαμημένη απόκλιση στις καμπύλες μας και σε γνώρισα 10 χρόνια νωρίτερα. Και μόλις το κατάλαβα σε έσπρωξα να ανακαλύψεις τον κόσμο με την κρυφή ελπίδα να ξαναγύριζες μόλις έβλεπες. Αλλά έφυγες πληγωμένη, φόρεσες τον εγωισμό σου και χάθηκες στο πλήθος που κατηφόριζε το μετρό. Για να μη ξαναγυρίσεις ποτέ και να περπατάς μόνη.

Scroll

Σου είπα ότι δεν προχωράμε άλλο. Έγραψα και post για τις ελεύθερες σχέσεις. Το διάβασες. Με διάβαζες. Εκείνη τη νύχτα κάναμε έρωτα και ένιωθα ότι έκλαιγες για μένα που έφευγα. Μου κρατούσες το πρόσωπο σφιχτά, έξω φυσούσε και η σιωπή σου ούρλιαζε πνιγμένη στα γιατί.

Scroll

Μου είπες ότι δε θα με συγχωρούσες ποτέ ξανά. Δε θα την ξαναπατούσες. Χαιρόσουν που με έβλεπες ηττημένο, έβλεπα την ηδονή στο πρόσωπο σου. «Πλήρωσες για όσα έκανες» μου είπες. Είχε έρθει η ώρα μου να ουρλιάξω τα γιατί μου, να πέσω στο πάτωμα, να γευτώ αυτό που έδωσα, με εξωπραγματική ακρίβεια. Και απολάμβανες κάθε στιγμή: Με κοιτούσες αξύριστο, υπέροχο μαλάκα, αδειασμένο από ένα πείραμα. Είχα γίνει ο νούμερο τάδε, το 3ο, 5ο, διάλλειμα από τη βαρεμάρα του μόνιμου, του επόμενου, του άλλου.  «Είδες; Τώρα ξέρεις πώς είναι. Μόνο που εσύ δεν έχεις καν βάση, είσαι για το μπούτσο, δεν έχεις καμία ιδέα πού πας. Σε λυπάμαι.»

Scroll

Κάποια στιγμή. Όχι τώρα. Ίσως αύριο. Ίσως σε ένα μήνα. Ίσως ποτέ.

-

-

 

 

Back

«Θα κοιμηθώ νωρίς» ψιθύρισα στον εαυτό μου. Θα ακούσω άλλη μια φορά το alef και θα κοιμηθώ.

Θα κοιμηθώ.

Α, να αδειάσω τη μηχανή από την Αθήνα πριν. Να κρατήσω δύο φωτογραφίες, δύο στιγμές που πάγωσαν – εκείνα τα φουγάρα στην τεχνόπολη και τη θάλασσα.

Ναι, τη θάλασσα. Το μεγάλο φευγιό.

*

Α, είναι και εκείνο το blog, το δικό μου, ο κέρσορας περιμένει υπομονετικά, το τσιγάρο πεθαίνει στο τασάκι, οι νότες του πιάνου κυκλοφορούν σε διαδρόμους μέσα μου αλλά οι λέξεις άφαντες.

Άφαντες ρε.

Φοβάμαι, μήπως ανασυνταχθούν και γυρίσουν πίσω και με πλακώσουν που τις έχω κλεισμένες μέσα μου, φυλακισμένες θα το λεγες, σκεπασμένες με ένα ανεξήγητο χαμόγελο.

*

Δεν ήταν να γράψω κάτι, το κατάλαβες πιστεύω. Αλλά ο wim, ο wim αυτή τη φορά φώναξε με κάθε νότα να προσπαθήσω να κάνω τη μετάφραση – αν γίνεται – που δε γίνεται.

Δεν κατάλαβες

Δεν πειράζει – ουτε γω.

-

-

-

No Poetry

No Poetry between us  

- είπε η πένα στο χαρτί.

*

Ξαπλωμένα και τα δύο πάνω σε εκείνο το παλιό ξύλινο τραπέζι στη βεράντα.

Το χαρτί: Ακίνητο – ξεθωριασμένο από τον καλοκαιρινό ήλιο.

Η πένα : Ξαπλωμένη πάνω του – παλινδρομεί από τη μία άκρη στην άλλη χορεύοντας σε εκείνο το απογευματινό αεράκι.

*

«Μα μου είχες υποσχεθεί ότι θα έγραφες πάνω μου ! Δε θα σταματούσες σε 2-3 σελίδες μόνο ! Θα μου έγραφες για ταξίδια και για μουσικές και για χορούς και για όνειρα ! Το είπες !» είπε το χαρτί.

Η πένα γύρισε προς τη θάλασσα – θυμόταν τους παλιούς της έρωτες, εκείνους που έγιναν ποιήματα και βιβλία, εκείνους που έφυγαν μακριά, την ξέχασαν. Ξαπλωμένη πάνω στο χαρτί περίμενε τους επόμενους. Να τους δώσει το μελάνι που είχε απομείνει.

Το χαρτί, μια  ονειρευόταν πώς βυθιζόταν στο απέραντο γαλάζιο, εκείνο το παιχνίδι με τις αχτίδες του ήλιου. Την άλλη ονειρευόταν ότι στροβιλιζόταν στον αέρα, χόρευε.

«Γράψε κάτι ! Πες κάτι !»

Και η πένα συνέχιζε να κυλάει πάνω του, αμίλητη – καμία λέξη δεν έβγαινε, ούτε καν μια τελεία, μια ζωγραφιά: Ακόμη και τα απλά δεν της έβγαιναν – ήξερε πως οποιαδήποτε υπόσχεση θα σταματούσε εκεί πριν το απόλυτο λευκό, θα το κοιτούσε, δε θα τολμούσε να το χαλάσει.

Και έμειναν η πένα και το χαρτί πάνω σε εκείνο το παλιό ξύλινο τραπέζι να κάνουν όνειρα για μουσικές και όνειρα και αγάπες.

Και τα ποιήματα δε γράφτηκαν, τα λόγια δεν ειπώθηκαν.

Και έμειναν η πένα και το χαρτί πάνω σε εκείνο το παλιό ξύλινο τραπέζι να απολαμβάνουν μαζί εκείνο το απογευματινό αεράκι.

Περιμένοντας εκείνη τη λέξη που δολοφονήθηκε πριν καν βγει στο φως.

-

-

-

 

Lights

Σταμάτησε ο χρόνος, θόλωσε το μυαλό. Έκανες και είπες πράγματα που κάτω από άλλες συνθήκες δεν ήξερες καν ότι μπορούσες να κάνεις και να πεις.

Και ήσουν μέσα σε αυτή τη ζάλη, καταδικασμένος να αποτύχεις: Μόνο και μόνο από αυτή την απώλεια ελέγχου.

Έχασες το παιχνίδι μαζί με τον εαυτό σου. Το χειρότερο game over.

-

Το επόμενο ποτήρι άδειασε και την κοίταξες  όλο και πιο βαθιά στα μάτια ψάχνοντας εκείνη την υπόσχεση: Εκείνη του «είμαι εδώ, όλα ΟΚ»

Έψαξες  την υπόσχεση στο σκοτάδι – μόνο εκεί θα έπαιρνες την απάντηση που χρειαζόταν για να συνεχίσεις. Μόνο στο σκοτάδι ! Εκεί που είναι όλα θολά και οι ερμηνείες πολλαπλασιάζονται.

-

Δε σου έφτασαν οι ώρες, οι μέρες, ο χρόνος ήταν  πάντα λίγος

Και στριφογύριζες  αγκαλιά με το Λάθος και οι μουσικές έπαιζαν  όλο και πιο δυνατά και συνειδητοποίησες  ότι κάλυψαν ένα «σ αγαπώ» που δεν ειπώθηκε ποτέ στην πραγματικότητα.

Περίμενες τόσο πολύ να το ακούσεις που στο τέλος το φαντάστηκες. Το άκουσες.

Ναι, ναι, το άκουσες. Δε μπορεί.

Ήταν όλα τόσο απλά από εκεί και πέρα. Η παράνοια σου έκλεισε το μάτι με νάζι και σε έπιασε από το χέρι.

«Έλα, πάμε»

Και περπατήσατε μαζί εκεί στην προκυμαία και της μίλησες για τη θάλασσα, για τα ταξίδια σου, τις μεγάλες αγάπες, τα όνειρα.

Σκεφτόσουν ότι θα μπορούσες να την αγαπήσεις.

Ναι, να την αγαπήσεις με το δικό σου,  πάντα λανθασμένο τρόπο.

Εκείνη μόνο θα σε καταλάβαινε.

Μόνο εκείνη.