Ο ουρανός έχει σύννεφα ζωγραφισμένα στο αγαπημένο μου απογευματινό φως, τρέχουν κάπου πηγαίνουν ή κάνουν κύκλους.
Κάποιος μου φόρεσε το αγαπημένο μου παλτό –
Κάνει κρύο εδώ, ένα κρύο που το μυρίζεις, ένα κρύο που παλεύει να μπει μέσα σου να αρπάξει οτιδήποτε ζεστό βρει, να το κρατήσει ψηλά να παγώσει και μετά να το σφίξει και να γίνει ματωμένο χιόνι.
Θάνατος.
Μπορώ να καπνίσω εδώ, για σκέψου. Είμαι στη μέση της πλατείας μιας νεκρής πόλης. Σε λίγο νυχτώνει και είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δε θα βλέπω τίποτα. Θα τυφλωθώ και θα αναγκαστώ να φωνάξω τις σκέψεις μου να με πιάσουν από το χέρι και να μου δείξουν το δρόμο. Δε θέλω.
Δε βήχω. Παράξενο. Σκέφτομαι τη γοργόνα που κολυμπούσε με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και λέπια. Σκέφτομαι τα ψαράκια με τις φωτογραφικές που με κοιτούσαν έτσι πνιγμένο με ένα επίσης πνιγμένο χαμόγελο και θολά μάτια.
Σκέφτομαι τα αστέρια που έσβηναν ένα ένα σαν κεριά μπροστά από χείλη, ένα ένα όσο η αγάπη βουτούσε για άγνωστο πυθμένα, μακριά από το κουφάρι μου.
Ας σταματήσει η μνήμη μου εδώ, εκλιπαρώ, έτσι και αλλιώς δεν ξέρω πού βρίσκομαι, παράδεισος κόλαση ή κάπου ενδιάμεσα. Μα γιατί να μη μπορεί να σταματήσει, να σβηστούν όλα: Εδώ όλα μπορούν να γίνουν.
Το φως συνεχίζει το ταξίδι του προς κάπου αλλού και όλα αρχίζουν να γίνονται το ακατανόμαστο χρώμα: πέτρες, παράθυρα, ένα παλιό σιντριβάνι, μια σπασμένη κούνια (που δε θα μπορούσε να λείπει).
Γελάω – αισθάνομαι το επόμενο level να φορτώνει, έχει γούστο να παίξει η ταινία της ζωής μου τώρα. Καριόληδες, χωρίς popcorn, καριόληδες, χωρίς coca, καριόληδες, όχι έτσι.
Και τότε αισθάνθηκα μια περίεργη ζέστη με μια μυρωδιά τσαγιού με καραμέλα και μέλι: Από εκείνες τις αγαπημένες μου κούπες που μου ζέσταιναν την ψυχή και σταματούσε ο χρόνος και έλεγα ότι να ! βρήκα το νόημα.
Πλήρες σκοτάδι τώρα. Και το τσάι άφαντο.
Καθόμουν ακίνητος και έβλεπα μια πόρτα με ένα έντονο πορτοκαλί φως να με πλησιάζει, ερχόταν αργά, μου σηκώθηκε η τρίχα – όσες φορές και να τα δεις αυτά δε τα συνηθίζεις ρε γαμώτο. Ωραίο όμως, διεστραμμένα ωραίο αυτό που παίζεται.
«Σπύρο;»
«Γιαγιά; Εσύ ; Ρε πούστη, δε με πήγαινες ποτέ, δε σε πήγαινα ! Δεν έβρισκαν άλλον ; Καμιά γιαγιούλα κλασσική με μπαστούνι, καλοσυνάτη»
«Δεν έκλαψες όταν πέθανα»
«Δε μου βγήκε, sorry. Ήσουν κακός άνθρωπος. Με μισούσες. »
«Έλα μέσα»
*
Το χαν φτιάξει καλά οι πούστηδες: Τζάκι στη μέση ενός πέτρινου σπιτιού με βαριά έπιπλα, ένα αχανές τραπέζι γεμάτο γλυκά και μαρμελάδες και κατσαρόλες που άχνιζαν. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου και η γιαγιά κάθισε σε μια κουνιστή πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι.
Ξεκίνησε να βρέχει – άκουγα τον ήχο των σταγόνων στα κεραμίδια, κάθισα στο τραπέζι και τσίμπησα ένα περίεργο κέικ κοιτάζοντας τα ξύλα που παραδίνονταν στις φλόγες.
«Αγάπη, ψυχές στη φωτιά» που θα βρουν σε ένα τσαλακωμένο χαρτί σπίτι μου.
Αλλά κοίταζα τη γιαγιά με τα φουντωτά της μαλλιά να ανακατεύει τα ξύλα και ήθελα να της πω τόσα πολλά, όλα όσα δεν έκανε, όλες τις στιγμές που έκλεψε από τα χρόνια της αθωότητας. Αλλά δεν, δεν, είμαι μαλάκας και θα με έπαιρναν τα ζουμιά σαν μπόμπιρας που του έσπασαν το παιχνίδι. Λες και κάποιος το έκανε επίτηδες: να γυρίσω στα παιδικά μου χρόνια με όχημα το κλάμα. Το σήμα αρχής, το jingle του τρόμου.
«Δε θα με συγχωρέσεις ποτέ»
Σήκωσα τα μάτια, μια ψήφο στο διάβολο, τι μετάνοιες και αρχίδια. Ξέρω πού πάω.
«Όχι. Ήσουν μεγάλη σκρόφα. Και ότι είσαι νεκρή, δεν το κάνει καλύτερο.»
«Είσαι και εσύ εδώ μαζί μου, κωλόπαιδο»
*
Και φυσικά, το σπίτι χάθηκε, το τζάκι έσβησε και έμεινα στο σκοτάδι περιμένοντας την επόμενη ευκαιρία να αλλάξω, έστω και εδώ. Αλλά ήξερα το παιχνίδι. Χα.
*
Άκουσα ένα τρένο να έρχεται από μακριά, κι όμως, σταματημένο σε ένα σταθμό. Ένας ολόκληρος σταθμός ερχόταν αργά προς το μέρος μου. Μου σηκώθηκε η τρίχα: Ήταν όλος σε μια απόχρωση του κίτρινου, λουσμένος στο φως και στον κόσμο που όσο πλησίαζε έβλεπα ότι είναι ακίνητος. Και προχώρησε όλη η πατέντα και έμεινα στη μέση. Κάποιον περιμένω εδώ, το νιώθω.
«Σπύρο;»
«Όχι»
Με αγκάλιασε σφιχτά – ένιωσα το μάγουλο της να αλλάζει καθώς χαμογελούσε.
«Έλα, πάμε»
Η τελευταία ανάμνησή μου από εκείνη ήταν σε ένα μεγάλο αμπέλι, κάτω από κάτι κόκκινα σταφύλια να προσπαθώ να βάλω το χέρι μου μέσα στο πουκάμισό της και να μου το χτυπάει ναζιάρικα.
Ναι, η τελευταία φορά που την είχα δει ήταν σε όνειρο. Και ξαναγύρισε ύπουλα να με γαμήσει, της το χρωστούσα, μου το χρωστούσε, δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ.
Πηδηχτήκαμε σε ένα σκοτεινό σπίτι που λουζόταν από κάτι δεσμίδες φωτός από στόρια σαν εκείνα του Ground Zero. Ένιωθα τα χέρια της να μπήγονται στην πλάτη μου, πονούσα, τη δάγκωσα, την κοίταξα στα μάτια – ήταν ιδρωμένη, το βλέμμα της είχε μια παιδική καλοσύνη. Και ξέρω γιατί.
Τινάχτηκα γρήγορα, βγήκα από μέσα της, στήθηκα στον τοίχο.
«Δεν πρόλαβα να μεγαλώσω Σπυράκο ξέρεις. Είναι όλο μέσα σου, είμαι ακόμη 15»
Ένιωσα μια γροθιά από ένα βαρύ χέρι να σκάει στο πρόσωπό μου και μετά εκείνη τη γεύση από αίμα που τρέχει. Χάθηκε το φως, ένιωσα τα χέρια μου να δένονται σφιχτά, το στομάχι μου κόμπος, βρώμικο παιχνίδι παράνοιας. Έρχεται.
«Γιατί το έκανες αυτό ;»
Άλλη μια γροθιά σκάει. Γέλασα.
Άλλη μια.
«Ήταν καύλα ρε»
Άλλη μια. Λιποθυμώ, με ξυπνούν. Άλλη μια.
«Χα, είμαι ήδη νεκρός καριόληδες. Οπότε πιο σκατά δε γίνεται»
Είμαι στο κεφάλαιο της βροχής των ενοχών των ονείρων και των μεταβάσεων από μια χρονική στιγμή σε μια άλλη. Και όλα αυτά πασπαλισμένα με όνειρα, παρερμηνείες, διηγήματα, εικόνες και βινύλια που έπαιζαν ανάποδα.
Το χετε ρε. Πάτε καλά.
Δε σπάω όμως.