Pattern Recognition

[24-3-2011]

Κάτι παραπάνω από έξι χρόνια εδώ έμαθα να δημιουργώ παιχνίδια μέσα στο μυαλό μου για να μου φαίνονται  λιγότερο βαρετά τα πάντα.

Ακολουθώ τις περιόδους του νησιού: Η μοναξιά του χειμώνα, το ξυμίτισμα σε κάθε μάτι ήλιου, η ρέκλα στην κεντρική πλατεία την Κυριακή όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία.

Ξέρω, έπρεπε να συνεχίζω τη διπλωματική αλλά αυτή τη στιγμή έχω ένα απίστευτο πονοκέφαλο που ανοίγει διαμπερείς τρύπες στο κρανίο μου για να περνάει το φως – σαν εκείνα τα cartoon που έβλεπα πριν από 100 χρόνια που ήμουν πιτσιρίκι.

-

Κάποια στιγμή ξυπνάς και όλο αυτό δε σου κάνει: Οι ίδιες διαδρομές, οι ίδιες μουσικές, οι ίδιοι χώροι εξαφανίζονται σε ένα τίποτα που δε σε αγγίζει πλέον. Και μαζί με όλα αυτά εξαφανίζεσαι και εσύ: Κοιτιέσαι στον καθρέφτη και βλέπεις πίσω από σένα, έγινες κάπως άυλος, αόρατος. Τρομοκρατείσαι, ανάβεις τσιγάρο ελπίζοντας να δεις την κάφτρα να αναβοσβήνει στο σκοτάδι – αλλά ακόμη και εκείνη, εξαφανίστηκε.

Κοιτάς τις ίδιες μάπες που σε κοιτάζουν – παρατηρείς ότι μια ομάδα ζει με το να σχολιάζει τι κάνουν οι υπόλοιποι, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη δική της μονοτονία. Και κανείς δε πρέπει να την κατηγορήσει για αυτό.

Όλοι παλεύουμε να ξεφύγουμε από κάτι ξέρεις. Ο καθένας με το δικό του τρόπο, χωρίς σχέδιο, χωρίς προγραμματισμό και ενίοτε, χωρίς λογική.

Κάποιοι πάνε κάθε Σάββατο στο ίδιο μαγαζί για να πιούν. Κάποιοι μπαίνουν στα σαξόραλα και πατάνε το γκάζι ελπίζοντας να βρεθεί εκείνο το δέντρο που θα τους βγάλει από τη μιζέρια τους. Κάποιοι άλλοι κάθονται μέρες ολόκληρες και ξύνουν τη μπογιά από μια βάρκα. Κάποιοι απλά καπνίζουν και πίνουν τον ένα καφέ μετά τον άλλο. Κάποιοι καίγονται στις κονσόλες και τα πισιά. Κάποιοι γράφουν γράμματα στον άγνωστο του διπλανού γαλαξία. Και δεν είναι μόνοι.

Κάποιοι είναι μόνοι και χαμογελούν για να μην πέσουν στα δόντια των άλλων, των πιο μοναχικών, που ψάχνουν να βρουν κάτι χειρότερο από τη δική τους κατάσταση για να αισθανθούν καλύτερα. Και δεν είναι μόνοι.

Κάποιοι κοιτάζουν πότε θα μπει η μπάλα στο τέρμα και πόσο άκυρο ήταν το πέναλτι, λες και θα πάρουν εκείνοι το πριμ. Και χαίρονται που βρέθηκε κοινό σημείο και «κόλλησαν» έστω, κάπου. Και δεν είναι μόνοι.

Άλλοι μοστράρουν τα καλογυαλισμένα SUV για να δείξουν ότι πέτυχαν – για να γυρίσουν σπίτι μετρώντας τα δευτερόλεπτα που θα περάσουν μέχρι να ξαναβγούν έξω: Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι – της ταμπέλας στο ρούχο που θα τους βγάλει από την αφάνεια. Και δεν είναι μόνοι.

Κάποιοι τη βγάζουν στον καθρέφτη και στα κομμωτήρια, διαβάζουν vanity περιοδικά, ρουφάνε τις φράπες και κόβουν ποιος ή ποια είναι πιο καλοντυμένη. Και μέσα σε εκείνη την ατέρμονη πάλη της ματαιόδοξης ομορφιάς, δεν είναι μόνοι.

Άλλοι κουνάνε τα καρότσια στον ήλιο, σηκώνουν τα κουτσούβελα ψηλά να τα δουν οι υπόλοιποι: Λένε, κοίτα, προχώρησα φίλε. Δημιούργησα ένα σετ προβληματισμού που δεν το είχα πριν – αλλα οκ – είναι κάτι άλλο. Και πού το πας το άλλο; Δεν είναι μόνοι.

Άλλοι δουλεύουν σα μαλάκες από το πρωί μέχρι το βράδυ και δε θέλουν να γυρίσουν σε ένα άδειο σπίτι. Παρακαλάνε να τους φέρουν κι άλλη δουλειά και ένα κρεβάτι να αράξουν στην πολυεθνική και να μην ξαναβγούν ποτέ: Και δεν είναι μόνοι.

Θα μπορούσα να συνεχίσω στο διηνεκές – αλλά είχε ένα υπέροχο ήλιο σήμερα, τα σύννεφα της ραδιενεργής βροχής απομακρύνονται από τον default μαλάκα, που δε βρίσκει ικανοποίηση σε τίποτα από όλα τα παραπάνω.

Και είναι μόνος.

-

 

 

 

 

Colours of Life

[βρέθηκε χαμένο κάπου σε ενα σκληρό δίσκο]

To Κενό

Στην άδεια παραλιακή, το ρολόι δείχνει λίγο μετά τις 2. Με ένα περίεργο αεράκι για συντροφιά από εκείνα που σαρώνουν τις απορίες σα σκόνη και τις στροβιλίζουν στον αέρα πριν τις εξαφανίσουν στο υπερπέραν.

Μπλε

Ταινία τριλογίας Κισλόφσκι. Υπέροχη φωτογραφία. Υπέροχη μουσική. Μπλε της σαμπούκας που αδειάζει στο ναυτικό όμιλο στο μικρολίμανο με φόντο αυτή την παλαβή πόλη που λούζεται σε ένα ζαλισμένο φεγγάρι. Η αντανάκλαση στο νερό. Σκούρο μπλε της θάλασσας εκείνης που πάντα λείπει. Εδώ είμαι γλυκιά μου.

-

Λευκό-1

Οι διακεκομμένες γραμμές της παραλιακής που έγιναν μια μετά τα 140. Και ύστερα μια ευθεία που καλύφθηκε γρήγορα, όσο κράτησαν το Iris,  το Protect me from what I want, το Without you near, Lonely Soul.

Κλείνω λίγο τα μάτια να πάρω τη γενική εικόνα: Μια πινελιά από τις πράσινες ταμπέλες, πιτσιλιές από κόκκινο από τα στοπ των αυτοκινήτων.

Πορτοκαλί

Η κάφτρα του τσιγάρου που αναβοσβήνει. Προχωράει η Σπυτρονία Οδός μέσα μου, ρίξε πίσσα στο μηχάνημα ρε να προχωρήσουμε.

Πορτοκαλί τα φώτα που λούζουν τους δρόμους, ενώθηκαν και αυτά λες σε μια ευθεία πάνω από τα λιμανάκια, να φωτίσουν τα βράχια. Παγκάκι προς σκούρο καφέ και τέσσερα πόδια να κουνιούνται λίγο από τη θάλασσα.

Μωβ,

Θα έλεγες το κύμα που ονειρεύεται να αγγίξει το φεγγάρι. Και εκείνα τα λίγα αστέρια σκορπισμένα από δω και από εκεί. Μπορείς να τα μετρήσεις σχεδόν. Και μετά να τραβήξεις τις γραμμές ανάμεσά τους και να περπατήσεις τις διαδρομές στα όνειρα.

Κλείνεις λίγο τα μάτια για μια κίτρινη πιτσιλιά στον πίνακα: Άλλες δύο Corona, δυο γαϊδουράγκαθα δώρο και μια αγκαλιά.

Μωβ – ουρανός – σε λίγες ώρες ξημερώνει, Στέρεο Νόβα, Κηφισός, γκάζι που το ζήλευε και ο μακαρίτης ο Σένα σε μια άδεια, ατέρμονη ευθεία. Μια τελεία, κόκκινη, ένα φανάρι, κοιτάζω έξω από το παράθυρο: Η Αθήνα όλη σε μια παλάμη που κλείνει για να τη θυμάται μέχρι το Σεπτέμβρη.

Λίγο Πράσινο (από το φανάρι). Άλλο ένα τσιγάρο. Best.

Κίτρινο & το απέραντο Λευκό

Πίσω στο φρεσκοβαμμένο δωμάτιο, αγγίζω τους τοίχους και μου λένε ότι είναι άρρωστοι, οι τοίχοι έχουν αυτιά. Γιατί να μην έχουν και ψυχή ; Έχουν. Το κλιματιστικό παλεύει να ψύξει τον εγκέφαλο που καίγεται. Ταβάνι, λευκό, τα μάτια κλείνουν με αυτό το λευκό.

Σπρώχνω το κινητό που χτυπάει αλύπητα. Ασημί – γκρί. Ρολόι, 16:00, φακ.

Πορτοκαλοκεραμιδί της Μοιραράκη

Ο ήλιος που χάνεται πίσω από τα τεράστια κτίρια στο Μαρούσι. Το ηλιοβασίλεμα πίσω από το στέγαστρο Καλατράβα στην ταράτσα του Golden Hall. Μισοκλείνω τα μάτια να δω τα μαλλιά της που παίζουν με το φως. Δεν της λέω τίποτα. Δε με διαβάζει, αλλά ξέρει. Φακ, ξέρει. Χαμογελάω.

Ξύλινα καφέ τραπέζια, κόκκινο σουπλά, λευκά φωτιστικά χάνουν το χρώμα τους, λουσμένα στο φως των οκτώ και κάτι. Σα να ντρέπονται που δε μπορούν να είναι τόσο όμορφα.

Δυο τελείες πράσινες, μάτια, λευκή μπλούζα, ο ήλιος έδυσε, μωβ ουρανός. Πάλι. Σκέφτομαι ότι έχεις δίκιο που το ψάχνεις. Θα το βρεις, πού θα πάει.

Πράσινο

Το δάπεδο του parking. Λίγο πριν, ένα αηδιαστικό χρυσαφί στις κολόνες του πολυκαταστήματος και καθρέφτες. Ασημί κυλιόμενες σκάλες. Σκέφτομαι ότι το φως των malls μας δείχνει επίτηδες όμορφους. Και θέλοντας να κρατήσουμε αυτή την ομορφιά, ψωνίζουμε. Νομίζοντας ότι θα πάρουμε το φως σπίτι, θα το πάρουμε στον καθρέφτη το επόμενο πρωί. Αλλά δεν. Δεν. Και ξαναγυρίζεις να ψωνίσεις και οι φωνές μέσα σταματούν όσο κρατάει ο ήχος της ταμειακής. Therapy.

Πορτοκαλί & Λευκό

Κοιτάζω το ταμπλό του αυτοκινήτου. Πονοκέφαλος, maya jane coles. Το μπλε LED αναβοσβήνει στο φλασάκι. Κίνηση στην Αλεξάνδρας, πρώτη, νεκρά με σκέψεις ανάμεσα.

Ο Κώστας περιμένει λίγο μετά τον Αγ. Παντελεήμονα. Λουσμένη η Αχαρνών στο πορτοκαλί των φώτων που χρωματίζει και τις κελεμπίες των χυμένων στα πεζοδρόμια Πακιστανών. Πρώτη, δευτέρα, εσωτερική ψυχική ανάταση, αφύπνιση, περισυλλογή και προσευχή για μια θέση παρκαρίσματος στου Ψυρρή.

Κάτω από την Αιόλου οι πρώτες πουτανίτσες βγαίνουν παγανιά. Πολύ μικρές γαμώτο, αυτή η πόλη αρρωσταίνει, μέρα με τη μέρα. Φακ, είναι πολύ μικρές. Μια φοράει ένα λευκό φόρεμα σαν άγγελος που σκόνταψε στη γη ζαλισμένος από τους ρυθμούς των δρόμων.

Ο πονοκέφαλος εκεί, βαρύ το κεφάλι από τη σκέψη που δε σταματάει να γράφει posts που δε θα μοιραστώ ποτέ. Και έχουν πάντα το ίδιο θέμα.

Ούζου Μέλαθρον, μια παρέα ξεφωνίζει δίπλα, εκείνος ο ιταλός με το ξυρισμένο κεφάλι δε σταματάει, λυπήσου με. Ανάβω τσιγάρο. Ξεθωριασμένο πράσινο τα παράθυρα με ένα γκρι, λες και χάθηκαν τα χρώματα, θεε, σκέφτομαι ότι αυτή η πόλη είναι όλη 4-5 χρώματα το πολύ, φακ, πού πήγαν τα υπόλοιπα; Ε; πού πήγαν ;

Κόκκινο κρασί, πιο γλυκό από άλλες φορές. Πήλινο με μπεκρή μεζέ, χοιρινό με τυρί πίτσας. Κίτρινο πάλι, πορτοκαλί πιο μέσα. Καφέ χάρτινο τραπεζομάντηλο. Ο τύπος με την κιθάρα έχει ένα φούξια τσουλούφι ! Ναι ναι, φούξια, νέο χρώμα – χαρά. Ο σερβιτόρος φοράει πράσινη μπλούζα.

Αχαρνών. Περνάω 3-4 πορτοκαλί φανάρια, με κυνηγάει αυτό το πορτοκαλί, νιώθω να το χάνω το μυαλό: στα φανάρια, πάνω από το δρόμο, στο ταμπλό του αυτοκινήτου, γίνομαι όλος ένα χρώμα και χάνομαι.

Σβήνω, δεν ξεχωρίζω,  κλείνω τα μάτια και, κλικ, δεν υπήρξα ποτέ.

Οθόνη

Εκείνο το λευκό που πάντα περιμένει να αδειάσω πάνω του αυτές τις σκέψεις. Ανάβω το τελευταίο τσιγάρο και σκέφτομαι ότι μάλλον δε θα καταφέρω να κοιμηθώ. Γιατί δε με λυπάται η αϋπνία, περιμένει να παραδώσω το άδειο από σκέψεις κουφάρι μου.

Πόσο μάταιη αναμονή, θεε ανύπαρκτε.

-

-

-

Hey movie people!

Ξέρεις τι, ο χρόνος κυλάει με μια συγκεκριμένη, δεδομένη ταχύτητα που κάπως αποφασίσαμε ότι θα υπολογίζεται με μια μονάδα: Και έτσι φτιάξαμε τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα.

Μαζί με αυτά ήρθαν και τα «έρχομαι», «έφυγα», «λείπεις» μαζί με ένα νούμερο δίπλα. Λείπεις 1200 δευτερόλεπτα ας πούμε.

Εκείνο που δε μάθαμε να μετράμε είναι οι στιγμές που ο χρόνος σταματά, επιμηκύνεται, ταλαντώνεται. Εκεί που και η τελευταία υποδιαίρεση στέκεται προσοχή πάνω από ένα τηγάνι με popcorn που περιμένει υπομονετικά να σκάσει.

Και κοιτάζει εσένα από 2-3 γωνίες, σε θαυμάζει που σταμάτησες το χρόνο, σήκωσες το χέρι τον έπιασες, τον έσφιξες όσο μπορούσες, φοβούμενος μη γλιστρήσει και φύγει και συνεχίσει να μετράει.

Πόσες στιγμές στη ζωή σου έχει τύχει αυτό άραγε ;

Πού ήσουν; Τι έκανες ; Ποιος ήταν απέναντί σου ;

Ένας ; Πολλοί; Κανένας;

Εκείνη ; Εκείνος ;

Ωραία, κάθε φορά που σταμάτησε ο χρόνος και το έκανε κάποιος άλλος για σένα, έγινε η ζωή σου ταινία, κοίταζες τον εαυτό σου στη μεγάλη οθόνη, διάβαζες τα λόγια, άκουγες τη μουσική και στα πίσω καθίσματα ο ήχος των popcorn που είπα πιο πάνω.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που σε σταμάτησαν είναι movie people. Δεν τους είχες απέναντι σου. Τους είδες δίπλα σου, ήσουν εκτός αν με πιάνεις: Στην κόκκινη καρέκλα κοίταζες το Σπύρο και κάποιον άλλο. Να μιλούν ή να κοιτάζονται. Να τσακώνονται, να φιλιούνται, να κοιτάζουν τη θάλασσα, να είναι κολλημένοι στην κίνηση, να βουρτσίζουν τα δόντια τους.

Όχι κάτι σημαντικό. Όχι απαραίτητα καλό. Ξέρεις, υπάρχουν και τα θρίλερ, και τα δράματα και οι κωμωδίες.

Movie people σου σταματούν το χρόνο, χωρίς λογική, απλά τον σταματούν και εσύ το καταλαβαίνεις από μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα πίσω στο λαιμό όταν συμβαίνει: Ξέρεις ότι πρέπει να φύγεις από σένα και να το δεις έξω από σένα.

Ξέρεις, στο τέλος αυτά τα κλιπάκια μένουν, αυτά μπαίνουν σε ένα strip, σε ένα timeline και είναι η ζωή σου ή ο,τι άξιζε από αυτήν. Και ανάβεις ένα τσιγάρο, τραβάς άλλη μια γενναία τζούρα και ρωτάς: Αν μόνο αυτά άξιζαν, στον υπόλοιπο χρόνο τι έκανες ;

Αυτή είναι μια εξαιρετική ερώτηση ξέρεις. Εγώ νομίζω ότι απλά σε ένα επίπεδο κοιμάσαι.

Δεν μπορείς να το προκαλέσεις, το DVD σου έχει συγκεκριμένο χρόνο εγγραφής, δε μπορείς να τα θυμάσαι όλα: Μπορείς να σβήσεις μόνο και αυτό το συζητάμε. Την εγγραφή την αποφασίζει κάτι έξω από σένα.

Respect λοιπόν στους movie people που με συγκίνησαν βλέποντάς τους δίπλα μου, εκεί από την καρέκλα μου. Στις κωμωδίες, στα σοβαρά, στα δράματα.

Κάποιος σας διάλεξε, δεν ήρθατε τυχαία. Και αυτό απαντά στην ερώτηση του «γιατί τώρα, γιατί έτσι». Απαντάει σε όλα τα γιατί με την αφοπλιστική απλότητα μιας απάντησης που σε κοιτάζει και χαμογελάει τόσα χρόνια που δε γυρίζεις να την κοιτάξεις.

Δεν είναι μοιρολατρία, το χω πει πολλές φορές, δεν πιστεύω σε αυτά, είναι κουραφέξαλα.

Κάπου εκεί συνεχίζεις να περπατάς (ή να …κοιμάσαι) μέχρι να σκάσει η επόμενη σκηνή που θα πρωταγωνιστήσεις. Εσύ, ο άλλος, who cares.

Το πιάνεις ; Είναι η μια στιγμή. Μην ξεγελιέσαι με την ψευδαίσθηση της επιλογής: Δε μπορείς να σκηνοθετήσεις τα κλιπάκια σου, ούτε να πεις «να, έρχεται». Ούτε μπορείς να το αποφύγεις, να το αγνοήσεις, να κλείσεις τα μάτια. Αφού είπαμε, μόνο τότε ξυπνάς. Και μην καυχιέσαι για τη λογική σου και την εμπειρία σου κακομοίρη μου.

Έρχεται και σε βρίσκει. Έρχονται και σε βρίσκουν. Αυτοί,

οι movie people.

Yo.

-

Ti le re

Λοιπόν μοιράζομαι εξωπραγματική ανακάλυψη που συντάραξε τον κόσμο μου:

Ανακάλυψα ότι κάποια πράγματα υπάρχουν. Σοβαρά.

Ξεκινώ,

Υπάρχουν οικογένειες! Με την κλασσική έννοια του όρου. Τρώνε ξερωγώ μαζί, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Στο ίδιο τραπέζι σκέψου. Σοκ ! Και έχουν μαζί και θείους, άλλες οικογένειες, ξαδέρφια, σόι. Ναι ! Σοβαρά !

Υπάρχουν γιαγιάδες, που στέκουν εκεί στην άκρη και κοιτάζουν καλοσυνάτα τα τεκταινόμενα, χαϊδεύουν τα μικρά παιδάκια, έχουν μπαστούνι, κοιτάζουν έξω από το παράθυρο, μοιράζονται ιστορίες και άλλα πράγματα που αγνοώ. Σοβαρά !

Υπάρχει το «βγήκα με τα ξαδέρφια μου», το «γεια σου θεία» και άλλα τέτοια εξωπραγματικά !

Σοκ, είδα οικογενειακό τραπέζι, με μάνα πατέρα παιδιά κτλ – έλα ρε είπα, δεν υπάρχει, αυτό είναι κακόγουστο αστείο προερχόμενο από άγνωστο παράλληλο σύμπαν.

Δε ζηλεύω, η δική μου πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική, 10+ χρόνια τώρα, δεν το γράφω για αυτό το λόγο, απλά το επισημαίνω ως υπαρκτή και άγνωστη σε μένα, κατάσταση. Να το χω κάπου να το διαβάζω όταν κάνω εκείνα τα Κυριακάτικα scrolls στο κάψιμό μου.

Προχωρώντας στη wonderland συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν παρέες που προχωρούν 5-10 χρόνια μαζί, φίλοι που δεν εξαφανίζονται ή σε θυμούνται όποτε χρειάζονται κάτι και είναι μαζί, ρε άκου φάση, δηλαδή θα πέσουν οι τοίχοι να με πλακώσουν. Ομάδα, πώς να το πω, όχι παράλληλες πορείες με σποραδικές τηλεφωνικές αλληλεπιδράσεις που τελειώνουν με ένα «προχωράμε» από μένα και τα λέμε σε 3-4 μήνες πάλι (σκέφτομαι).

Τι λε ρε, πλάκα μας κανς.

Πώς μου το πετάς αυτό το «έχουμε τραπέζι την Κυριακή»; Κάτσε ρε.

Ζαλίστηκα, σκύψε λίγο το κεφάλι να σου ψιθυρίσω, μη βγει παραέξω και με περάσουν για παλαβό, να μείνει μεταξύ μας: Κάποιοι συνεννοούνται κιόλας! Σσσσσς και σουτ, μην το πεις σε κανέναν. Δηλαδή, κάθονται και συζητούν, το βγάζουν από μέσα τους (παπαπαπα άκου πράματα), μοιράζονται τη μαλακία τους, να βγει στον αέρα, να οξειδωθεί, να αλλάξει χημική σύσταση, να γίνει κάτι άλλο. Σσσσσσς

Μεταξύ μας αυτά ε, μέχρι να σιγουρευτώ.

Και πού να μάθεις και τα άλλα: Γονείς που είναι μαζί (!!!!!!) και τα βρίσκουν και αφήνουν τα παιδιά τους ήσυχα, αλλά τα παρακολουθούν διακριτικά και είναι μαζί τους στις επιλογές τους.

Κάποιοι από αυτούς (ε, τώρα το γάμησα), στηρίζουν αυτές τις επιλογές, τις επικροτούν και πιέζουν για κάτι καλύτερο, κάτι που θα τους ξεπεράσει. ΟΚ υπάρχουν εντάσεις και παρεξηγήσεις και κλάματα αλλά είναι κάτι περαστικό και μάλλον επιφανειακό.

Ξαπλωμένος κοιτάζω τον ουρανό, σκόνταψα ρε φίλε, αυτό με ξεπερνά πραγματικά, πονάει ο νους μου που έλεγε και μια φοιτήτριά μου.

Σσσσσς μην το πεις πουθενά και γίνουμε ρόμπα.

Μεταξύ μας ε.

 -

-

-

Υ.Γ. Αν ανακαλύψω κι άλλα θα σας πω.

Bad Delivery

Κρατούσα το στομάχι μου που είχε φτάσει στο στήθος μου και πίεζε τα σπλάχνα προς το κεφάλι μου να πεταχτούν έξω και να πρασινίσουν οι τοίχοι.

Γιατί είμαι εξωγήινος, οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν κάνουν zoom outs ψηλά, πολύ ψηλά να δουν ότι είναι Sims σε ένα φανταστικό παιχνίδι που παίζει ένας υποτιθέμενα υπαρκτός θεούλης.

Πούστη ***** με το ******* που μου έστειλες σπίτι να φάω με ξέκαμες. Και καθισμένος στην μαρτυρική-ιστορική καρέκλα του γραφείου μου σκέφτομαι ότι είναι εξωπραγματικά pathetic να φύγω από ένα ληγμένο *******. Εγώ ήθελα να πεθάνω ένδοξα ή κινηματογραφικά ή ποιητικά ή σε μια αγκαλιά. Όχι πάνω από ένα ασημί κουτάκι με πυρηνικά απόβλητα και με τη μεταλλαγμένη πιπεριά κρεμασμένη στωικά από το δεξί ρουθούνι.

Να, πώς τελείωνε ο Irvine Welsh το εξαιρετικό «Filth» ; Κρεμασμένος από ταβάνι να γράφει στο μυαλό του το τελευταίο του ποστάκι, να συνομιλεί με την άλλη του προσωπικότητα, έτσι, όμορφα, the awebsidestory way.

Όχι πάνω από το κουτάκι.

Σύρθηκα και έγραψα σε ένα χαρτάκι «όχι, όχι, δε θα πεθάνω από αυτό», χθες έγινε αυτό, σήμερα ζω, κακό που σας βρήκε, να σιχτιρίζεις για ένα ληγμένο delivery.

Είμαι έξω από την πόρτα άλλης μιας θλίψης συνεπικουρούμενης από επερχόμενη ζέστη μιας όχι-και-τόσο-αγαπημένης εποχής. Καλοκαίρι σου λέει, περισσότερες καύλες, λιγότερα ρούχα, χαρωπές σεξυ φατσούλες και χαρούμενο mood.

Ναι – καλά

Υπεραμύνομαι της ανεκπλήρωτης αγάπης μου στο χειμώνα, στη βροχή, στο κρύο, στον πόνο κτλ κτλ ξέρεις.

Ο εγκέφαλός μου κάπως έχει ηρεμίσει από το δημιουργικό οργασμό της περασμένης εβδομάδας, το βιολογικό ρολόι επανέρχεται τα πουλάκια κελαηδούν, οι βάρκες κουνιούνται, έτσι να γουστάρεις τη ζωή σου γεμίζοντας τα κενά με ήχους και εικόνες.

Κάτι γράφω παράλληλα, αλλά δεν τα δημοσιεύω. Καμιά μέρα που θα πιώ αυτό το κάτι παραπάνω θα σας τα δώσω, μη νομίζετε κιόλας ότι έχω πάθει και τίποτα.

Καλά είμαι, τίποτα δεν έχει νόημα, πού πάμε, φταίει το παράλληλο σύμπαν, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες που στοιχειώνουν, ο καφές που δεν είναι δυνατός, εκείνη η εξίσωση που κάτι μου λέει (ένστικτο) ότι δεν είναι σωστή και και

-τα ληγμένα που μου δίνουν για να με εξοντώσουν.

Χαχαχα δε σε χαλούλου που ζω ακόμα *********

-

Φιλί

 

 

The Kraken

Α πα πα

Το καμένο blog μου ξεπέρασε τα 20.000 hits

Τι έχετε πάθει ρε, μιλήστε μου, είμαι εδώ, σας ακούω, σας αγαπώ.

ΟΚ, πλάκωσε λίγη δουλειά και χάθηκα, αυτές τις μέρες ασχολούμαι με το πώς θα γαμήσω καλύτερα το βιολογικό μου ρολόι: Κοιμάμαι στις 7 το πρωί, σηκώνομαι στις 10, ξανακοιμάμαι λίγο το μεσημέρι, ξανασηκώνομαι, πετάγομαι μέχρι το μπάνιο (2 μέτρα από εδώ που κάθομαι) τρομάζω με τους κύκλους κάτω από τα μάτια, παίρνω μια τυρόπιτα, ξανακοιμάμαι.

Θα πάρω κανα Νόμπελ ξερωγώ με τις έρευνές μου που δεν θέλετε να τις δείτε. Καλά ε, αν δε μου το δώσουν δεν ξέρω ούτε και γω τι θα κάνω.

_Μα είσαι μικρός για νόμπελ.

Ρε άντε γαμήσου, δεν είμαι μικρός για τίποτα, 35, μια χαρά ηλικία για νόμπελ.

20.000 hits, 20000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα φίλοι μου, εκεί στην ησυχία του βυθού με εκείνα τα φουτουριστικά ψάρια που έχουν το πορτατιφ στο κεφάλι τους για να βλέπουν και τα χταπόδια με τα 30 πόδια και εκείνο το γιγάντιο καλαμάρι να γαμιέται με το κράκεν.

Μόνο εκεί μπορώ να αράξω και να δώσω τον πόνο που τόσο λαχταράς αναγνώστη μου.

Εκεί στο σκοτάδι και την ησυχία. Θα ξαναβουτήξω στο απέραντο γαλάζιο μου, μη φοβάσαι, έχω βγει για λίγο στην επιφάνεια – μη νομίζεις! σκάω – να προχωρήσω την επιστήμη σε εξωπλανητικά επίπεδα (μαζί με τη βοήθεια λαμπρών κρανίων φυσικά) και θα επιστρέψω

Μπλουμ !

Στη θάλασσα που αγαπώ και εχω δίπλα μου

Ξέρετε, αυτή που σας περιγράφω κάθε τόσο, σας εχω μπουχτίσει με το ο Σπύρος και η Θάλασσα. Σας πρήζω με τα γκομενικά μου, I know.

Όπως και να χει χαίρομαι που σας έχω εδώ δίπλα, να καίμε τον εγκέφαλό μας και να μη βγάζουμε άκρη. Δε θα βγάλουμε ποτέ ε, το χετε καταλάβει by now.

Σαν γελωτοποιός της αυλής λοιπόν σας υποκλίνομαι και εξαφανίζομαι πάλι στον όχλο με τα κουδουνάκια στο κεφάλι μου να σπάνε τη βραδινή σας ησυχία.

Αφού με αντέχετε ακόμα, καλά να πάθετε και κουράγιο

Δεν είμαστε μόνοι, δεν είμαι μόνος, δεν είσαι μόνη, προχωράμε – ε ; οχι δεν ειμαστε μόνοι.

Προχωράμε

-

-

-